Συνέντευξη στον Νίκο Γινάργυρο

Η Εύα Σιμάτου είναι αριστούχος απόφοιτος της Ανωτέρας Δραματικής Σχολής του «Θεάτρου Τέχνης». Επίσης, σπούδασε στο City University του Λονδίνου Κοινωνιολογία & Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης (BSc in Sociology & Media Studies). Τελείωσε τα μεταπτυχιακά της στο ίδιο πανεπιστήμιο στην Κριτική & Διαχείριση Τέχνης (MA in Arts Management & Criticism).  Επιπλέον, ολοκλήρωσε επιτυχώς το πρόγραμμα Contemporary Drama της «Βασιλικής Ακαδημίας Δραματικής Τέχνης» του Λονδίνου (RADA).

Έχει συμμετάσχει σε πολλές θεατρικές παραστάσεις, όπως «Ο Κύκλος με την κιμωλία», του Μπρεχτ στο Θέατρο Τέχνης, «Χάι Αμέρικα», στον «Τίτο Ανδρόνικο», στα «Όνειρα», στην «Σπασμένη καρδιά», στο “Interview”, στην «Αυτοκρατορία». Αυτή την περίοδο την συναντάμε στην παράσταση «Κριεζώτου 3».

Τέλος, διδάσκει υποκριτική στο The American College of Greece, Deree.

– Συμμετέχετε στην παράσταση «Κριεζώτου 3». Τί σημασία παίρνει για σας μια παράσταση αφιερωμένη στους λογοτέχνες της γενιάς του ’30;

Εύα Σιμάτου: Στο πλαίσιο της συνεργασίας του Εθνικού Θεάτρου με το Μουσείο Μπενάκη που φέρει τον τίτλο «Από τη σιωπή της προθήκης στο θεατρικό λόγο«, έχω τη χαρά να συνεργάζομαι για δεύτερη φορά με το σκηνοθέτη Στρατή Πανούριο σε μια παράσταση αφιερωμένη στη Γενιά του ’30, με τίτλο «Κριεζώτου 3». Είναι ιδιαίτερα συγκινητικό για μένα να ζωντανεύει ο λόγος αγαπημένων μου πεζογράφων και ποιητών μέσα στην μεσοπολεμική οικία του Χατζηκυριάκου-Γκίκα, με σκηνικό συλλογές συγγραμμάτων, βιβλία, φωτογραφίες, γράμματα, πίνακες και προσωπικά κειμήλια εκπροσώπων της γενιάς αυτής. Πόσο μάλλον, όταν ξέρει κανείς ότι η γενιά αυτή μας έφερε κοντά στα ευρωπαϊκά ρεύματα, τίμησε τη χώρα μας με δύο Νόμπελ, πρόβαλε την ελληνική ταυτότητα και επηρέασε καθοριστικά το σύγχρονο πεζό και ποιητικό λόγο.

– Στην παράσταση μεταφέρετε στη σκηνή δραματοποιημένα ποιήματα της Μαρίας Πολυδούρη και της Μάτσης Χατζηλαζάρου. Τί αποκομίσατε από την «επαφή» με αυτές τις δύο ποιήτριες;

Εύα Σιμάτου: Είναι δύο ποιήτριες με διαφορετικές καταβολές, ψυχοσύνθεση και ιδιοσυγκρασία. Έχουν ωστόσο κοινά χαρακτηριστικά την αγάπη για την ελευθερία, την τέχνη και τη ζωή. Έζησαν «ποιητικά» και δυνατά τον έρωτα, η Πολυδούρη με τον Καρυωτάκη και η Χατζηλαζάρου με τον Εμπειρίκο, μόνο που το νήμα του έρωτα και της ζωής της πρώτης, κόπηκε πρόωρα. Κάθε στίχος τους, από το νεορομαντισμό της Μαρίας έως τον σουρεαλισμό της Μάτσης, είναι κατάθεση αλήθειας.

– Κατά τη γνώμη σας, πόσο εύκολο είναι να ανέβει στο θεατρικό σανίδι η ποίηση και ποιά εμπόδια καλείται να ξεπεράσει ο ερμηνευτής;

Εύα Σιμάτου: Η ποίηση και η ερμηνεία της είναι μια εντελώς προσωπική υπόθεση. Αυτό που επιχειρούμε σε αυτήν την παράσταση είναι να δώσουμε μια δική μας «ανάγνωση» στα ποιήματα που έχουμε επιλέξει. Μέσα από δράσεις φέρνουμε στο φως αυτούς τους στίχους. Πιστεύω ότι ο θεατής, όπως και ο αναγνώστης πρέπει να συνθέσει από μόνος του τα όσα εισπράττει για να το κάνει όλο αυτό προσωπική του εμπειρία, οπότε η δυσκολία του εγχειρήματος είναι να ρίξει κανείς φως χωρίς να επεξηγεί ή να ερμηνεύει αυτούς τους στίχους.

– Επιλεχθήκατε να παρακολουθήσετε το πρόγραμμα Contemporary Drama της Βασιλικής Ακαδημίας Δραματικών Τεχνών(RADA). Τί σημαίνει μια τέτοια εμπειρία για έναν ηθοποιό και πώς αλλάζει την αντίληψή του σε σχέση με την υποκριτική;

Εύα Σιμάτου: Είναι μια ακαδημία με κορυφαίους καθηγητές. Επηρέασε ασφαλώς τον τρόπο δουλειάς μου από κάθε άποψη. H συνεργασία πραγματοποιείται σ ένα πολύ υψηλό επίπεδο. Υπάρχει απόλυτος σεβασμός στη δουλειά που καταθέτει ο ηθοποιός, η οποία του αναγνωρίζεται αφειδώς. Τα πράγματα είναι σαφώς πιο αξιοκρατικά και νιώθει κανείς ότι του αποδίδεται η όποια αξία του. Αποκόμισα σπουδαίες και σπάνιες γνώσεις ως προς την τεχνική του ηθοποιού, την επεξεργασία του κειμένου και τη σωματικότητα του λόγου.

Η αλήθεια, το «δόσιμο» (με μέτρο και με στόχο πάντα), η επικοινωνία σε αντίθεση με την αυτοαναφορικότητα, η αφαίρεση και ο ζωντανός διάλογος όλων των τεχνών επάνω στο σανίδι. Όταν πετυχαίνουν όλα αυτά γεννιούνται στιγμές συντονισμού και συγχρονικότητας που ανατριχιάζουν.

– Εκτός από ηθοποιός, έχετε δοκιμάσει τις δυνάμεις σας και στην μετάφραση θεατρικού κειμένου και συγκεκριμένα, του έργου «Σπασμένη καρδιά» του Τζον Φορντ. Πώς ασχοληθήκατε με την μετάφραση και γιατί επιλέξατε το συγκεκριμένο έργο;

Εύα Σιμάτου: Έχω μεγάλη αγάπη στην αγγλική γλώσσα. Μεγάλωσα σ’ ένα περιβάλλον που λόγω σχολείου διδασκόμασταν αγγλική λογοτεχνία στα πρωτότυπα κείμενα ως πρωτεύον μάθημα καθημερινά.  Στη συνέχεια με τις πανεπιστημιακές σπουδές μου στο Λονδίνο ολοκληρώθηκε η γνώση της. Είμαι λοιπόν αρκετά εξοικειωμένη. Η «Σπασμένη Καρδιά» μεταφράστηκε και διασκευάστηκε για τις ανάγκες της συγκεκριμένης παράστασης και ανεβάσματος, όπως είχα μεταφράσει και τον «Τίτο Ανδρόνικο» του Ουίλλιαμ Σαίξπηρ που  είχαμε ανεβάσει με την ίδια ομάδα στο Θέατρο Τέχνης στη Φρυνίχου . Στην περίπτωση της «Σπασμένης Καρδιάς», η γλώσσα ήταν αρκετά σύνθετη διότι το κείμενο είναι ιακωβιανό, αλλά ταυτόχρονα και απόλυτα γοητευτική η αναμέτρηση μαζί του. Στην περίπτωση του «Τίτου Ανδρόνικου» η γλώσσα ήταν απολύτως δραστική και όλες οι φράσεις είχαν εμμονικά σχεδόν απόλυτο στόχο.

– Το βιογραφικό σας είναι γεμάτο με ενδιαφέρουσες συνεργασίες. Ποιά συνεργασία από αυτές αποτελεί σημαντικό θεατρικό βήμα για εσάς και γιατί;

Εύα Σιμάτου: Όσο μπορώ θέλω να επιλέγω τις συνεργασίες που κάνω. Είναι πολύ σημαντικό για μένα να είναι νοηματοδοτημένη η δουλειά μου.  Επέλεξα αυτή τη δουλειά για να μπορώ να βυθίζομαι ακόμη περισσότερο στην ουσία των πραγμάτων. Μέχρι στιγμής ξεχωρίζω τη συνεργασία μου με τον Μιχαήλ Μαρμαρινό στην «Αυτοκρατορία» του Γιώργου Βέλτσου, μια δουλειά του ΚΘΒΕ που είχε παιχτεί στο γυάλινο φουαγιέ του Μεγάρου Μουσικής Θεσσαλονίκης με θέα τον Θερμαϊκό κόλπο. Ήταν ένα πολύ σημαντικό θεατρικό βήμα για εμένα γιατί μου εμπιστεύθηκε έναν πολύ ιδιαίτερο ρόλο, εκείνον της Βαβυλώνας, ένας σκηνοθέτης που πιστεύω απόλυτα.

– Ποιός ρόλος που έχετε υποδυθεί στην πορεία της καριέρας σας, σας δυσκόλεψε περισσότερο και πώς ξεπεράσατε τις δυσκολίες αυτές;

Εύα Σιμάτου: Δεν υπάρχει ρόλος χωρίς δυσκολία. Ο πιο πρόσφατος είναι εκείνος της Ρωξάνης, συζύγου του Μεγάλου Αλεξάνδρου και κόρης του Δαρείου κατά το περσικό έπος του 12ου αι «Ισκανταρναμε» του ποιητή Νιζαμί στην παράσταση «Περί Αλεξάνδρου» που ανέβηκε στα πλαίσια της συνεργασίας του Εθνικού Θεάτρου με το Μουσείο Μπενάκη σε σκηνοθεσία Στρατή Πανούριου.  Ήταν υψηλών απαιτήσεων τόσο στο λόγο, αφού μιλάμε για ένα ποιητικό κείμενο 12ου αιώνα, πυκνών νοημάτων με μυστικιστική διάσταση, όσο και στην κίνηση, διότι η κινησιολόγος Θάλεια-Μαρί Παπαδοπούλου είχε εμπνευστεί και είχε δομήσει όλη την κινησιολογία της παράστασης  με αφορμή την παράδοση των στροβιλιζόμενων δερβίσηδων. Ο βαθμός δυσκολίας λοιπόν ήταν αρκετά μεγάλος. Τα μόνα όπλα που έχει κανείς για να κατακτήσει αυτές τις περιοχές είναι η κατάρτισή του, η τεχνική του, η θέλησή του και: δουλειά, δουλειά, δουλειά.

– Η παράσταση «Όνειρα» του Ουίλλιαμ Σαίξπηρ που συμμετείχατε, ταξίδεψε μέχρι την Τουρκία και το Κρατικό Θέατρο της Άγκυρας Şinasi Sahnesi, αποσπώντας τιμητική διάκριση από το 7ο Διεθνές Φεστιβάλ Θεάτρου Ethos της Άγκυρας. Πώς βιώσατε αυτή την εμπειρία και τί συναισθήματα σας ξυπνάει η ανάμνησή της;

Εύα Σιμάτου: «Τα Όνειρα» ήταν μία παράσταση βασισμένη σε σκηνές ονείρων και φαντασμάτων από έργα του Ουίλλιαμ Σαίξπηρ, την οποία δημιουργήσαμε μαζί με τον Αλέξανδρο Σωτηρίου και την Ομάδα Αρένα. Η διάκριση σε ένα διεθνές φεστιβάλ είναι σαφώς μια μεγάλη ικανοποίηση και μια επιβράβευση των κόπων που έχουμε καταβάλει. Πολλές φορές όσο πιο πρωταρχικά είναι τα υλικά που βάζει κανείς στη θεατρική πράξη, τόσο πιο ισχυρό αντίκτυπο μπορούν να έχουν. Η εμπειρία αυτή ήταν για μένα μια ενδυνάμωση, μου έδωσε κίνητρο για να προχωρήσω τη δουλειά μου. Μια διεθνής διάκριση είναι σίγουρα και ένας οδοδείκτης.

dsc_3599copy-antigoni-kourakou

Όσο αφορά την εμπειρία μου στο να διδάσκω υποκριτική, είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον, να προσπαθεί κανείς να μεταδώσει πράγματα τα οποία έχει εφαρμόσει, γιατί οι όποιες γνώσεις μπαίνουν και σε ένα επιπλέον επίπεδο που διαφέρει από την κατά το ήμισυ ασυνείδητη διάσταση της καθαρής πράξης.

– Διδάσκετε και υποκριτική στο Deree College. Μιλήστε μας για την εμπειρία σας του να διδάσκετε και τι σημαίνει για έναν ηθοποιό να είναι και καθηγητής υποκριτικής;

Εύα Σιμάτου: Εδώ και κάποια χρόνια έχει δημιουργηθεί στο Deree ένα αξιόλογο τμήμα θεατρικών σπουδών. Οι φοιτητές που σπουδάζουν εκτίθενται σε πολλά μαθήματα τόσο θεωρητικά που αφορούν την ιστορία του θεάτρου, της performance, της τέχνης,  όσο και πρακτικά που αφορούν την σκηνοθεσία, την υποκριτική, την κίνηση, τη σκηνογραφία, τους φωτισμούς κ.α. Προσωπικά διδάσκω τα μαθήματα της υποκριτικής. Είναι μια περιπέτεια με μεγάλο ενδιαφέρον. Παρότι δε διδάσκω βιωματικά, γιατί βασίζω όλη τη διδασκαλία σε συγκεκριμένα συστήματα που ζητούνται από το τμήμα, μοιραία μπαίνω σε μια διαδικασία αποκρυστάλλωσης κάποιων γνώσεων και κάποιων εμπειριών. Είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον λοιπόν, να προσπαθεί κανείς να μεταδώσει πράγματα τα οποία έχει εφαρμόσει, γιατί οι όποιες γνώσεις μπαίνουν και σε ένα επιπλέον επίπεδο που διαφέρει από την κατά το ήμισυ ασυνείδητη διάσταση της καθαρής πράξης.

– Τι σας γοητεύει σε μία παράσταση ως θεατής και τι ως ηθοποιός;

Εύα Σιμάτου: Η αλήθεια, το «δόσιμο» (με μέτρο και με στόχο πάντα), η επικοινωνία σε αντίθεση με την αυτοαναφορικότητα, η αφαίρεση και ο ζωντανός διάλογος όλων των τεχνών επάνω στο σανίδι. Όταν πετυχαίνουν όλα αυτά γεννιούνται στιγμές συντονισμού και συγχρονικότητας που ανατριχιάζουν.

– Μιλήστε μας για τα επόμενα επαγγελματικά σας σχέδια.

Εύα Σιμάτου: Υπάρχουν δύο συνεργασίες εν εξελίξει που όταν έρθει η ώρα θα ανακοινωθούν.

– Υπάρχουν όνειρα που δεν έχετε ακόμη πραγματοποιήσει και που θα θέλατε να πραγματοποιήσετε στο μέλλον και ποια είναι αυτά;

Εύα Σιμάτου: Σε προσωπικό επίπεδο περισσότερα ταξίδια κυριολεκτικά και μεταφορικά. Σε επαγγελματικό επίπεδο ωραίες συνεργασίες με ανθρώπους που εκτιμώ.

– Για το τέλος της συνέντευξης αυτής, θα θέλαμε να μας κάνετε μία ευχή.

Εύα Σιμάτου: Εκτός από τα δύο σπουδαιότερα αγαθά που είναι η υγεία και η αγάπη, εύχομαι να είμαστε πάντα γεμάτοι περιέργεια κ επιθυμίες και να γινόμαστε ευφάνταστοι και δημιουργικοί ώστε να τις ικανοποιούμε.

– Σας ευχαριστούμε πολύ για την ενδιαφέρουσα αυτή συνέντευξη και σας ευχόμαστε πολλές επιτυχίες στα επόμενα καλλιτεχνικά σας βήματα.

Επιμέλεια συνέντευξης: Νίκος Γινάργυρος
Φωτογραφίες: Αντιγόνη Κουράκου