Βασική όμως πρόκληση με την οποία έρχεται αντιμέτωπος κάθε καλλιτέχνης, θεωρώ πως είναι η ανάγκη να ισορροπήσει μεταξύ του εαυτού του και του ρόλου του και να αποφύγει την υπερβολή που αποτελεί μεγάλη παγίδα για όλων των ειδών τις ερμηνείες.

Συνέντευξη στον Νίκο Γινάργυρο 

Ο ηθοποιός και μουσικός Νικόλας Παπακωνσταντίνου μιλάει αποκλειστικά στο kallitexnes.gr και στο Νίκο Γινάργυρο με αφορμή την παιδική παράσταση της Κάρμεν Ρουγγέρη «Χένσελ και Γκρέτελ» σε σκηνοθεσία της ιδίας που παίζεται στο θέατρο Κιβωτός(Παιδική σκηνή) και στην μουσική παράσταση «Χιώτη, Μάμπο» του Δημήτρη Αδάμη, που παίζεται στο «Σφίγγα music theatre«.

-Συμμετέχεις στη μουσική παράσταση «Χιώτη, Μάμπο» που είναι αφιερωμένη στον Μανώλη Χιώτη. Λαμβάνοντας υπ΄όψιν την στενή σου σχέση με την μουσική, τί σημασία παίρνει για σένα η εν λόγω συνεργασία;

Νικόλας Παπακωνσταντίνου: «Χιώτη, Μάμπο», στη μουσική σκηνή Σφίγγα κάθε Κυριακή, ένα φιλόδοξο εγχείρημα όλης της ομάδας που σχηματίστηκε για αυτό το σκοπό και που σημειώνει ήδη μεγάλη επιτυχία. Προσωπικά είναι μεγάλη χαρά αυτή η δουλειά, γιατί αποτελεί ένα πρώτο βήμα προς το όνειρό μου. Βλέπετε, από μικρός ασχολούμαι με τη μουσική και το τραγούδι και τους Έλληνες συνθέτες, όπως ο Μανώλης Χιώτης, τους αγαπώ ιδιαίτερα.

-Ποιές είναι, κατά την γνώμη σου, οι προκλήσεις που ανακύπτουν όταν καλείσαι να συμμετάσχεις σε μια δουλειά που έχει σαν άξονά της, έναν άνθρωπο που έχει αφήσει το στίγμα του στην μουσική;

Νικόλας: Κάθε μουσικό και όχι μόνο αφιέρωμα απαιτεί το σεβασμό απέναντι στην αλήθεια και το έργο του εκάστοτε δημιουργού, κάτι το οποίο έρχεται να επιβεβαιώσει η αποδοχή της δουλειάς σου ή όχι απο το κοινό. Συνεπώς είναι απολύτως απαραίτητο να ανατρέξει κανείς στις ανάλογες πηγές, ώστε να ανασύρει όλες τις πληροφορίες και τα στοιχεία που χρειάζεται για τη δουλειά του. Οι προκλήσεις είναι πολλές, όπως για παράδειγμα η απόδοση των τραγουδιών και της μουσικής σύμφωνα με το γενικότερο ύφος – στυλ της εποχής που γράφτηκαν και πρέσβευε ο δημιουργός. Βασική όμως πρόκληση με την οποία έρχεται αντιμέτωπος κάθε καλλιτέχνης, θεωρώ πως είναι η ανάγκη να ισορροπήσει μεταξύ του εαυτού του και του ρόλου του και να αποφύγει την υπερβολή που αποτελεί μεγάλη παγίδα για όλων των ειδών τις ερμηνείες.

-Ποιές είναι οι μουσικές σου επιρροές και πώς έχουν διαμορφώσει την μουσική σου ταυτότητα;

Νικόλας: Μεγάλωσα με ελληνική μουσική μέσα στο σπίτι. Από πολύ μικρός αγαπούσα τις παρέες των μεγάλων και τις συζητήσεις τους, άρα άνοιξα και τα αυτιά μου στις μουσικές τους. Επίσης, η ελληνική δημοτική μουσική χτυπάει μέσα μου πολύ δυνατά μιας και είχα την τύχη οι γονείς μου να κατάγονται απο δύο χωριά της επαρχίας, στα οποία περνούσα πολύ χρόνο. Από τα 9 μου χρόνια και ύστερα οι επιρροές μου διευρύνθηκαν περισσότερο με το ωδείο, τη χορωδία, τη δημιουργία μουσικών σχημάτων και στη συνέχεια τη φοίτησή μου στο πανεπιστήμιο Μακεδονίας στο τμήμα μουσικής επιστήμης και τέχνης  καθως και με τη συμμετοχή μου σε παραγωγές όπερας και συναυλιών με τη μικτή χορωδία Θεσσαλονίκης ως μόνιμος χορωδός για 5 χρόνια. Όλα αυτά σίγουρα με σημάδεψαν και με χαρακτήρισαν, δίνοντάς μου παράλληλα την ικανότητα να ξεχωρίζω και να επιλέγω το »καλό» τραγούδι.

-Σαν μουσικός, έχεις κυκλοφορήσει κάποια τραγούδια σε μουσική και ερμηνεία δική σου και στίχους του Δημήτρη Καρούση. Πώς βίωσες την διαδικασία της δημιουργίας τους και τί αίσθηση σου άφησαν όταν τα άκουσες ολοκληρωμένα;

Νικόλας: Αυτά τα τραγούδια με τον ποιητή Δημήτρη Καρούση είναι η πρώτη μου επίσημη επαγγελματική δουλειά στο χώρο της τραγουδοποιίας. Ξεκινήσαμε πολύ δειλά και χωρίς κάποιο συγκεκριμένο στόχο, κυρίως γιατί εγώ εκπλήρωνα το στρατιωτικό μου εκείνη την περίοδο. Έτσι λοιπόν, σε πρώτη φάση αρκέστηκα στο να διαβάζω τα ποιήματα του Δημήτρη και να μιλάμε για αυτά αναλύοντάς τα στο τηλέφωνο. Στη συνέχεια, όπως συμβαίνει τις περισσότερες φορές άρχισαν να έρχονται με μουσική τα λόγια του στο στόμα μου και έτσι κι έγινε στο τέλος η «Αίθρα», τα «Μαύρα γυαλιά» και οι «Μάσκες», τα οποία από συνθετικής άποψης διαφέρουν μεταξύ τους στυλιστικά. Η διαδικασία ήταν δύσκολη και χρονοβόρα, παρόλ” αυτά το αποτέλεσμα που έχουμε σήμερα στα χέρια μας μόνο ως καλή αρχή μπορεί να θεωρηθεί, ειδικά αν συνυπολογίσουμε όλες τις δυσκολίες που αντιμετωπίσαμε και αντιμετωπίζουμε όλοι οι νέοι δημιουργοί, που θέλουμε να επικοινωνήσουμε τη δουλειά μας. Το ευχάριστο είναι, οτι τα σχόλια που έχουμε αποσπάσει είναι ιδιαίτερα ενθαρρυντικά από ανθρώπους του χώρου και όχι μόνο , κάτι που μας γεμίζει αισιοδοξία για τη συνέχεια.

Όλοι οι ηθοποιοί περιμέναμε καθημερινά τη στιγμή της απεύθυνσης προς το κοινό, ακριβώς γιατί μόνο η μαγεία και η δύναμη του δίαυλου επικοινωνίας που λέγεται «σκηνή» μπορούσε να μας δώσει την ώθηση να συνεχίσουμε.

-Εκτός από μουσικός, είσαι και ηθοποιός. Ποιά ιδιότητά σου σε εκφράζει περισσότερο και γιατί; Πώς καταφέρνεις και ισορροπείς ανάμεσα στις δύο αυτές τέχνες;

Νικόλας: Φέτος είναι η δεύτερη χρονιά που ασκώ επίσημα το επάγγελμα του ηθοποιού, αν και η αλήθεια είναι οτι ως νέος στο χώρο της υποκριτικής αποφεύγω να δηλώνω ηθοποιός. Δεν αντιμετωπίζω όμως τη μία ή την άλλη ιδιότητά μου ως κάτι ξεχωριστό. Αντίθετα ο συνδυασμός τους και η από κοινού εξέλιξη είναι που επιφέρει την επίτευξη του επιθυμητού αποτελέσματος στη δουλειά, αλλά και την πληρέστερη δική μου έκφραση.

-Αυτή την εποχή σε βρίσκουμε, επίσης, στην παιδική παράσταση «Χένσελ και Γκρέτελ» της Κάρμεν Ρουγγέρη. Ποιά διδάγματα έχεις αποκομίσει από το παραμύθι στο οποίο συμμετέχεις, τα οποία πιστεύεις ότι θα μείνουν χαραγμένα στην μνήμη σου;

Νικόλας: Είναι μεγάλη χαρά για μένα, μετά την επιτυχία που είχε «Ο Μαγικός Αυλός» πέρσι, να συνεχίζουμε δυναμικά και φέτος με ένα ακόμα μουσικό παραμύθι που αγαπιέται ήδη από τους μικρούς μας φίλους. Κανένα θεατρικό έργο δεν είναι μονοσήμαντο, ποσο μάλλον αυτά που διασκευάζει και σκηνοθετεί η κα Ρουγγέρη, η οποία οδηγεί πάντα τα παιδιά να ανακαλύψουν από μόνα τους τα μηνύματα που κρύβονται στα έργα της και είναι χρήσιμα για τη ζωή τους. Στο συγκεκριμένο κείμενο, το βασικό δίδαγμα είναι η αποδοχή της διαφορετικότητας από τα παιδιά, είτε αυτή είναι κάποιο εξωτερικό χαρακτηριστικό, είτε κάποιο κοινωνικό μήνυμα πολύ σημαντικό σήμερα που η ανάγκη της συμβίωσης σε πολυπολιτισμικές κοινωνίες είναι επιτακτική.

 -«Χιώτη, Μάμπο» και «Χένσελ και Γκρέτελ». Τι σημαίνει για έναν ηθοποιό σαν κι εσένα το να συμμετέχει σε δύο εκ διαμέτρου αντίθετα είδη θεάτρου την ίδια εποχή;

Νικόλας: Νομίζω πως η λέξη πρόκληση θα μπορούσε να χαρακτηρίσει καλύτερα αυτή τη συνθήκη, αν και η τέχνη του ηθοποιού είναι ακριβώς αυτό, δηλαδή η δυνατότητα να προσαρμόζεται κανείς σε διαφορετικές συνθήκες κάθε φορά, χωρίς παράλληλα να χάνει το στίγμα του.

-Κρίνοντας από το γεγονός ότι έλαβες μέρος και στην παιδική παράσταση «Μαγικός Αυλός» που περιόδευσε το καλοκαίρι ανά την Ελλάδα, πώς θα περιέγραφες την εμπειρία της περιοδείας και πόσο σημαντικό είναι να συστήνεις μια παράσταση στο κοινό της επαρχίας;

Νικόλας: Πραγματικά ευχαριστώ γι” αυτή την ερώτηση γιατί μου δίνεται η ευκαιρία να περιγράψω πόσο έντονα βίωσα αυτή την εμπειρία που αποτελεί κάτι ιδιαίτερα ξεχωριστό για την μέχρι τώρα πορεία μου. Οι ρυθμοί στην επαρχία είναι πιο »υγιείς», όπως και οι άνθρωποι οι οποίοι έρχονται να παρακολουθήσουν με διάθεση ανάλογη, χωρίς να σημαίνει οτι δεν έχουν απαιτήσεις. Είναι σημαντικό λοιπόν για αυτούς να επικοινωνήσουν και εκεί ακριβώς βρίσκεται όλη η δύναμη του πράγματος. Παρόλο που ο όγκος και ο ρυθμός των παραστάσεων ήταν μεγάλος, όλοι οι ηθοποιοί περιμέναμε καθημερινά τη στιγμή της απεύθυνσης σε αυτιά τεντωμένα να ακούσουν, ακριβώς γιατί μόνο η μαγεία και η δύναμη αυτού του δίαυλου επικοινωνίας που λέγεται «σκηνή» μπορούσε να γεμίσει τις μπαταρίες μας και να μας δώσει ώθηση να συνεχίσουμε. Άρα λοιπόν μπορεί να είναι πολύ σημαντικό για το κοινό της επαρχίας να έχει την ευκαιρία να παρακολουθήσει μια παράσταση, αλλά εξίσου σημαντικό και για μας, αφού αυτή η δίψα τους δίνει τελικά άλλο νόημα και άλλη διάσταση στη δουλειά μας.

-Κάνοντας μια ανασκόπηση της επαγγελματικής σου πορείας μέχρι τώρα, ποιές στιγμές ξεχωρίζεις και γιατί;

Νικόλας: Ξεκινώντας από το σήμερα και πηγαίνοντας προς τα πίσω, ξεχωρίζω τη συνεργασία μου με την κα Κάρμεν Ρουγγέρη και την παιδική σκηνή της, καθώς ήταν η πρώτη που μου έδωσε την ευκαιρία να έρθω στην Αθήνα απο τη Θεσσαλονίκη και να κυνηγήσω τα όνειρά μου. Ιδιαίτερα χαρούμενος νιώθω με τη συνεργασία μου με το σκηνοθέτη Δημήτρη Αδάμη και την ομάδα του «Χιώτη, Μάμπο» μιας και αυτό που έχουμε στήσει είναι μια πολύ όμορφη και αξιόλογη δουλειά. Επίσης ξεχωρίζω τη συνεργασία μου με το ΚΘΒΕ και τη σκηνοθέτη Σοφία Σπυράτου για τις ανάγκες της παραγωγής «Σερσέ λα φαμ«, ένα αφιέρωμα στη ζωή και το έργο του Βασίλη Τσιτσάνη, όπου είχα την ευκαιρία να παίξω κιθάρα και να τραγουδήσω στο πλάϊ του Δ. Μπάση, της Γ. Νέγκα και της Λ. Καλημέρη. Σίγουρα όμως ξεχωριστό κομμάτι εξίσου αποτελούν, οι πάρα πολλοί φίλοι μουσικοί – συνεργάτες του χώρου που συνδέθηκα και συνεχίζω να συνεργάζομαι σε κάθε ευκαιρία, πολλοί από τους οποίους μου έμαθαν πολλά.

– Σας ευχαριστώ πολύ για την συνέντευξη αυτή και σας εύχομαι κάθε επιτυχία στην πορεία της καριέρας σας.

Η τέχνη του ηθοποιού είναι η δυνατότητα να προσαρμόζεται σε διαφορετικές συνθήκες κάθε φορά, χωρίς παράλληλα να χάνει το στίγμα του.

23804406_10212977621949585_690314539_n

23846677_10212982984163637_1135407823_o