Στο γνώριμο, ιστορικά φορτισμένο χώρο του Studio Κυψέλης, η ομάδα Θεατρίνων Θεατές γιορτάζει είκοσι χρόνια δημιουργικής διαδρομής με μια παράσταση που δεν επιχειρεί απλώς μια αναδρομή, αλλά μια σκηνική επανατοποθέτηση του καλλιτεχνικού της στίγματος. Το «Αναζητώντας τη Μαγεία» δεν είναι ένα ακόμη επετειακό αφιέρωμα, είναι μια θεατρική αυτοβιογραφία σε μορφή musical vaudeville, μια ευρηματική δραματουργική σύνθεση που πλέκει μνήμη, ντοκουμέντο, αναπαράσταση και αυτοσαρκασμό!
Γράφει ο Νικόλαος – Νεκτάριος Γινάργυρος για το kallitexnes.gr
Στο γνώριμο, ιστορικά φορτισμένο χώρο του Studio Κυψέλης, η ομάδα Θεατρίνων Θεατές γιορτάζει είκοσι χρόνια δημιουργικής διαδρομής με μια παράσταση που δεν επιχειρεί απλώς μια αναδρομή, αλλά μια σκηνική επανατοποθέτηση του καλλιτεχνικού της στίγματος. Το «Αναζητώντας τη Μαγεία» δεν είναι ένα ακόμη επετειακό αφιέρωμα, είναι μια θεατρική αυτοβιογραφία σε μορφή musical vaudeville, μια ευρηματική δραματουργική σύνθεση που πλέκει μνήμη, ντοκουμέντο, αναπαράσταση και αυτοσαρκασμό! Μέσα από την ευρηματική σύλληψη μιας φανταστικής συνέντευξης, ο δημοσιογράφος-συνδετικός κρίκος επιχειρεί να καταγράψει το καλλιτεχνικό αποτύπωμα της ομάδας και εκεί ακριβώς γεννιέται η ουσία της παράστασης, όχι ως τεκμηρίωση, αλλά ως ζωντανή επανενεργοποίηση του παρελθόντος. Αποσπάσματα από παραγωγές που αποτέλεσαν “σταθμούς” για το Studio Κυψέλης, από τη «Ρωμαϊκή Άνοιξη της κας Στόουν» μέχρι το «Μπαλκόνι» και τον «Ορλάντο», όπου δεν λειτουργούν ως απλή αναφορά, αλλά ως δραματουργικοί πυρήνες που συνομιλούν με το παρόν. Το αποτέλεσμα είναι ένα δίωρο υπερθέαμα με ρυθμό, συγκίνηση και αυτογνωσία.
Η παράσταση στηρίζεται πρωτίστως στους ανθρώπους της και εδώ αποδεικνύεται η ανθεκτικότητα ενός θιάσου που γνωρίζει να υπηρετεί το σύνολο, χωρίς να ακυρώνει την ατομικότητα. Η Καίτη Ιμπροχώρη και η Πέπη Οικονομοπούλου, οι «grand dames» της ομάδας, κουβαλούν στη σκηνή το βάρος της εμπειρίας, χωρίς ίχνος βαρύτητας. Οι ερμηνείες τους διαθέτουν θεατρική αρχοντιά, με ελεγχόμενη υπερβολή όπου απαιτείται και λεπτό συναίσθημα όταν ο ρόλος αγγίζει ευαίσθητες συναισθηματικές μνήμες.
Ο Γιώργος Λιβανός, πέρα από τον σκηνοθετικό του ρόλο, αποδεικνύεται καλλίφωνος και σκηνικά εξωστρεφής. Διαχειρίζεται την αυτοαναφορικότητα με μέτρο, αποφεύγοντας την υπερβολή και επιλέγοντας την επικοινωνία, την υποκριτική του ικανότητα και το χιούμορ. Η Σοφία Μπεράτη και η Μαρία Δρακοπούλου κινούνται με ευελιξία ανάμεσα στο τραγούδι, τον χορό και την υποκριτική δράση, αποδεικνύοντας τεχνική αρτιότητα και εσωτερικό ρυθμό. Ο Νίκος Χαλατζίδης και ο Χρήστος Μαραθιάς προσδίδουν στιβαρότητα και σκηνική ακρίβεια.
Ιδιαίτερη αναφορά αξίζει στον Γιώργο Λιναρίτη, σε πρώτη του θεατρική εμφάνιση, στον ρόλο του δημοσιογράφου, όπου λειτουργεί ως δραματουργικός αγωγός, ισορροπώντας ανάμεσα στην αποστασιοποίηση και την εμπλοκή. Ο ρόλος του δεν είναι απλός αφηγητής, αλλά είναι ο καθρέφτης μέσα στον οποίο η ομάδα βλέπει τον εαυτό της. Η παρουσία του μάγου Luigello προσθέτει μια σχεδόν παιγνιώδη μεταθεατρική διάσταση και χρησιμοποιεί τη μαγεία ως κυριολεξία και μεταφορά. Στο πιάνο, η Νίκη Γκουντούμη λειτουργεί ως «γυναίκα-ορχήστρα», δίνοντας μουσική συνοχή και ζωντανή ενέργεια σε όλο το εγχείρημα.
Η σκηνοθεσία του Γιώργου Λιβανού, σε συνεργασία με τον Γιώργο Βασιλειάδη, επιλέγει συνειδητά την υπερθεατρικότητα του vaudeville. Ο ρυθμός είναι γρήγορος, οι μεταβάσεις κινηματογραφικές, οι εναλλαγές ύφους τολμηρές. Το στοίχημα μιας τέτοιας παράστασης είναι η αποφυγή της αποσπασματικότητας και εδώ η δομή λειτουργεί. Η φανταστική συνέντευξη δεν είναι πρόσχημα, αλλά ραχοκοκαλιά. Οι δραματουργικές συνδέσεις εξασφαλίζουν ότι το θέμα της παράστασης δεν κατακερματίζεται, αλλά αποκτά εσωτερική συνέπεια. Η σκηνοθεσία του Γιώργου Λιβανού δεν φοβάται την πληθωρικότητα, όμως τη συγκρατεί με σαφή θεατρικό κώδικα. Το αποτέλεσμα είναι μια παράσταση που ισορροπεί ανάμεσα στο ρεαλιστικό, το αλληγορικό και το παράδοξο, διατηρώντας ενιαίο ύφος.
Η μουσική δεν λειτουργεί απλώς ως συνοδευτικό στοιχείο, αλλά ως φορέας ταυτότητας. Τα τραγούδια, άλλοτε μελωδικά και άλλοτε παιγνιώδη, ενεργοποιούν το συναισθηματικό απόθεμα του κοινού. Οι χορογραφίες του Σίμωνα Πατρόκλου (σε συνεργασία με τη Μαρία Δρακοπούλου), αξιοποιούν τον περιορισμένο σκηνικό χώρο με φαντασία. Οι κινήσεις είναι καθαρές, ρυθμικά δομημένες και υπηρετούν τη δραματουργία, αντί να την επισκιάζουν.
Η σκηνογραφία και τα κοστούμια της Γιοβάννας Πρασσίνου επιβεβαιώνουν τη διαχρονική εικαστική τόλμη της ομάδας. Ο χώρος μεταμορφώνεται διαρκώς χωρίς να υπερφορτώνεται. Τα κοστούμια συνομιλούν με την ιστορία των παραστάσεων που ανακαλούνται, χωρίς να εγκλωβίζονται σε αναπαραστατική μίμηση. Οι φωτισμοί, επίσης του Γιώργου Λιβανού, διαμορφώνουν τις εναλλαγές κλίματος με ακρίβεια. Θερμές τονικότητες για τις δραματικές στιγμές και νοσταλγίας, ψυχρότερες για τις ενότητες εσωτερικότητας, θεαματικές κορυφώσεις στα μουσικά μέρη. Ο φωτιστικός σχεδιασμός λειτουργεί ως αφηγηματικό εργαλείο, όχι ως φωτιστικό στοιχείο.
Το «Αναζητώντας τη Μαγεία» δεν είναι απλώς μια επετειακή παραγωγή. Είναι μια θεατρική πράξη αυτογνωσίας, όπου αναρωτιέται τι σημαίνει διάρκεια σε μια εποχή ρευστότητας. Θυμίζει ότι το θέατρο είναι τέχνη συλλογική, αλλά και βαθιά προσωπική. Πάνω απ’ όλα, επιβεβαιώνει ότι η μαγεία δεν βρίσκεται στα τεχνάσματα, ούτε καν στα κόλπα ενός μάγου, αλλά βρίσκεται στη συνεχή, επίμονη παρουσία ανθρώπων που επιμένουν να ανεβαίνουν στη σκηνή και να αφηγούνται ιστορίες και αυτό, σε έναν χώρο όπως το Studio Κυψέλης, αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα.



Καμία κριτική