Η σκηνοθετική γραμμή της παράστασης ανήκει στον Γιώργο Κιμούλη, ο οποίος κατέχοντας μια πολύχρονη θεατρική οξυδέρκεια, επέλεξε να φωτίσει με τις σκηνοθετικές του υποδείξεις την απαράμιλλη υποκριτική δεξιοτεχνία των ηθοποιών. Το αποτέλεσμα αδιαμφισβήτητα τον δικαίωσε, αφού πέτυχε έτσι να αναδείξει τόσο το κείμενο που παρέλαβε, όσο και να χρωματίσει με τις πιο ειλικρινείς αποχρώσεις τους ήρωές του.

Γράφει η Δάφνη Αστερίου
Μια γυναίκα, ένας άντρας. Δύο δυνάμεις αντίρροπες που έρχονται σε επαφή ξαφνικά μια μέρα και βαθμιαία αρχίζουν να παραβάλλουν τα στοιχεία της φύσης τους και της προσωπικότητας τους σε μια προσπάθεια ηθικής επικράτησης του ενός πάνω στον άλλο με αμφίρροπο τελικά αποτέλεσμα. Ένα λεκτικό μπρα ντε φερ που αντί να αποκαλύψει ποιος είναι ο πιο δυνατός από τους δύο, απογυμνώνει αμφότερους από τα προσωπεία με τα οποία συστήθηκαν ο ένας στον άλλον για να αποκαλυφθούν οι ανασφάλειες που έκρυβαν από τους ίδιους τους τους εαυτούς. Όλα αυτά με φόντο ένα απομονωμένο παγκάκι σε ένα ακαθόριστο πάρκο, χωρίς περιττές λεπτομέρειες  που να συσχετίζουν το πού, το πότε και το γιατί με προδιαγεγραμμένα σημεία… άλλωστε οι ανθρώπινες σχέσεις δεν παίρνουν καθορισμένες φόρμες ούτε αναπτύσσονται κάτω από συγκεκριμένες περιστάσεις. Αυτή είναι η συνθήκη που διοχέτευσε ο σημαντικός Ρώσος θεατρικός συγγραφέας Αλεξάντερ Γκέλμαν σε ένα από τα πιο γνωστά του έργα, «Το Παγκάκι». Ένα θεατρικό έργο στο οποίο έδωσε πνοή ζωής ο Γιώργος Κιμούλης.

Λίγα λόγια για το έργο:

Δύο άγνωστοι συναντιούνται σε ένα πάρκο και κάθονται στο ίδιο παγκάκι. Είναι όμως πραγματικά άγνωστοι; Μπορεί κάποτε να ήσαν κάτι άλλο; Είναι τυχαία αυτή η συνάντηση ή όχι; Μήπως έχουν επινοήσει μία ζωή που δεν μπόρεσαν ποτέ να ζήσουν; Πρόκειται για μια κωμικοτραγική ιστορία δύο μοναχικών και απελπισμένων ανθρώπων, που θα μπορούσε να συμβεί παντού, σε κάθε χώρα, σε κάθε πόλη. Μία ιστορία που εγείρει ένα ιδιαίτερο σύγχρονο και βασανιστικό ερώτημα: μπορούν πλέον οι άνθρωποι να ζήσουν πραγματικά μαζί; Κι αν ναι, πώς θα μπορούν να το επιτύχουν, αν συνεχώς κρύβει ο ένας απ’ τον άλλον αυτό που πραγματικά είναι;

Η κριτική μας:

Το θέατρο δεν αποτελεί μια απροσδιόριστη μορφή τέχνης που αναπτύσσεται ξέχωρα από τον ανθρώπινο παράγοντα και εθελοτυφλεί μπροστά στα κοινωνικά τεκταινόμενα. Η μορφή αυτής της τέχνης είναι κατάφωρα σμιλεμένη με κάθε συναισθηματική πινελιά της ψυχολογικής παλέτας που ελλοχεύει μέσα μας, προσφέροντας μας έτσι μια αντανάκλαση του εσωτερικού μας κόσμου που ενίοτε αρνούμαστε να αντιμετωπίσουμε, αλλά και μια μακάρια κάθαρση όταν τελικά συνάπτουμε ειρήνη μαζί του.

Αντιλαμβανόμενος την πολύπλευρη δυναμική του θεάτρου, ο συγγραφέας Αλεξάντερ Γκέλμαν συνέθεσε και μας συστήνει μια διαχρονικά ρεαλιστική ιστορία που μεταξύ άλλων πραγματεύεται την ισχύ ανάμεσα σε δίπολα όπως είναι π.χ. άντρας- γυναίκα, συντροφιά- μοναξιά, αλήθεια- ψέμα, αγάπη- αδιαφορία. Μέσα από την διασάλευση αυτών των ισορροπιών εξετάζονται τα κίνητρα, πίσω από τα οποία κρύβονται οι ήρωες για να προστατεύσουν τον κόσμο που έχουν πλάσει, καθώς και οι ανυπέρβλητες αδυναμίες τους. Σε αυτό το έργο που βρίθει πολλών αλληλένδετων ερμηνειών, αξίζει να προστεθεί η επίγνωση της πραγματικότητας που βίωνε ο συγγραφέας όταν εμπνεύστηκε το «Παγκάκι». Εν έτει 1983 και λίγο πριν την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης η διαφθορά και η αυθαιρεσία είχαν την πρωτοκαθεδρία, γεγονός που έχει περάσει στην ψυχοσύνθεση των ηρώων, στα λόγια και τις πράξεις τους.

pagkaki2

Η εμπεριστατωμένη μετάφραση του κειμένου από τον Νίκο Καμτσή κατέστησε το ψυχολογικό τοπίο και τις αντιλήψεις του κάθε ήρωα ξεχωριστά ως απόλυτα σαφή και με συνέπεια απέναντι στην μορφή του πρωτογενές υλικού, καθώς επίσης σκιαγράφησε ενδελεχώς την ουσιαστική τους αλληλεπίδραση. Σε συνδυασμό με την άψογη διασκευή του θεατρικού λόγου την οποία επιμελήθηκε προσωπικά και διεξοδικά ο Γιώργος Κιμούλης, δημιουργήθηκε μια γέφυρα ταύτισης με τον κόσμο, στοιχείο ευεργετικό και απαραίτητο για την συναισθηματική σύνδεση και κατ’ επέκταση την αποδοχή της από το φιλοθεάμον κοινό.

Επιπροσθέτως, τα σκηνικά του πολυπράγμονα Γιώργου Κιμούλη ενέτειναν το αίσθημα της μοναξιάς και της εσωτερικής απομόνωσης και με την διακριτική λειτουργικότητά τους άφησαν άπλετο χώρο στους ηθοποιούς να γεμίσουν την σκηνή με το υποκριτικό τους εκτόπισμα. Σε ανάλογο διακριτικό μοτίβο κινήθηκαν επίσης τόσο οι φωτισμοί της Στέλλας Κάλτσου, οι οποίοι στήριξαν ουσιαστικά και με ασύγκριτη επάρκεια το ξετύλιγμα της ιστορίας, όσο και τα ευφυώς λιτά κοστούμια της Σοφίας Νικολαΐδη, τα οποία υπογράμμισαν με αναμφίβολο τρόπο τις δύο αντιθετικές προσωπικότητες των πρωταγωνιστών.

Η σκηνοθετική γραμμή της παράστασης ανήκει στον Γιώργο Κιμούλη, ο οποίος κατέχοντας μια πολύχρονη θεατρική οξυδέρκεια, επέλεξε να φωτίσει με τις σκηνοθετικές του υποδείξεις την απαράμιλλη υποκριτική δεξιοτεχνία των ηθοποιών. Το αποτέλεσμα αδιαμφισβήτητα τον δικαίωσε, αφού πέτυχε έτσι να αναδείξει τόσο το κείμενο που παρέλαβε, όσο και να χρωματίσει με τις πιο ειλικρινείς αποχρώσεις τους ήρωές του.

Στο προσκήνιο της παράστασης βρέθηκε ο Φίοντορ (ή όπως αλλιώς συστήνεται), ενσαρκωμένος από τον Γιώργο Κιμούλη, ένας άντρας ρεαλιστής, ειλικρινής, με έντονες πινελιές κυνικότητας και κρυμμένες αλήθειες που δεν τολμάει να αγγίξει πίσω από το φαινομενικά ωμό του πρόσωπο. Ο Φίοντορ αντιπροσωπεύει την πραγματική όψη του κόσμου μέσα στον οποίο κινείται. Ο ηθοποιός τον ενδύθηκε με μια φυσική απλότητα που μπορείς να συναντήσεις μόνο σε χαρισματικούς καλλιτέχνες. Η μαεστρία με την οποία χειρίστηκε τις διακυμάνσεις του ήρωά του καθ’όλη την διάρκεια του έργου αποδεικνύει έμπρακτα τις ανεξάντλητες και αναλλοίωτες ικανότητές του, προσθέτοντας παράλληλα άλλη μια αξιομνημόνευτη ερμηνεία στην σωρεία των ήδη υπαρχουσών.

Στον αντίποδα του Φίοντορ εμφανίστηκε η Βέρα, ενσαρκωμένη από την Φωτεινή Μπαξεβάνη. Πρόκειται για μια γυναίκα ευαίσθητη, πονεμένη και προδομένη, που έχει παραιτηθεί από τα όνειρά της, αλλά καταφέρνει ακόμη να βρίσκει μέσα της αποθέματα δυναμισμού ώστε να τολμάει να εμπιστεύεται τους ανθρώπους και κατ’ επέκταση τον Φίοντορ. Η Βέρα αντιπροσωπεύει την πηγαία ανάγκη για αγάπη και την ελπίδα για ένα μέλλον πιο φωτεινό από την σκληρή πραγματικότητα που περιβάλλει τον μικρόκοσμο των πρωταγωνιστών. Η ερμηνεία ενός τέτοιου ρόλου απαιτεί ιδιαίτερες θεατρικές δεξιότητες ώστε να αποδοθεί επάξια η ευρύτατη συναισθηματική γκάμα της ηρωίδας χωρίς υπερβολές. Η Φωτεινή Μπαξεβάνη αποδείχτηκε αξιοπρόσεκτη σε αυτή την πρόκληση και ονειρικά ιδανική για τον ρόλο, κρατώντας αμείωτο το ενδιαφέρον του κοινού και χαρίζοντάς του μια συγκινητικά εκλεπτυσμένη εκδοχή της Βέρας.

Συμπερασματικά, το «Παγκάκι» είναι μια υπέροχη σπουδή πάνω στις ανθρώπινες επιθυμίες και σχέσεις που άλλοτε μεταμφιέζονται σε έναν γοητευτικό εαυτό, ώστε να κερδίσουν έστω και ανέντιμα την απρόσκοπτη αποδοχή ενός ατόμου και άλλοτε οι συνθήκες τις αναγκάζουν να εμφανίζονται με το πραγματικό τους πρόσωπο επιζητώντας τότε την αμέριστη κατανόηση για τις ανασφαλείς τακτικές στις οποίες καταφεύγουν. Κυρίως είναι μια παράσταση για την ανάγκη της αγάπης και της τρυφερότητας, μια ανάγκη που δεν γνωρίζει από εποχές, χρόνια και όρια και είναι παντοτινά επίκαιρη. Συστήνεται ανεπιφύλακτα.

pagkaki3

Ταυτότητα παράστασης:

Συγγραφέας: Αλεξάντερ Γκέλμαν
Μετάφραση: Νίκος Καμτσής
Σκηνοθεσία: Γιώργος Κιμούλης

Διασκευή: Γιώργος Κιμούλης
Βοηθός σκηνοθέτη: Στάθης Παναγιωτίδης

Σκηνικά: Γιώργος Κιμούλης
Κοστούμια: Σοφία Νικολαΐδη
Φωτισμοί: Στέλλα Κάλτσου
Παίζουν: Γιώργος ΚιμούληςΦωτεινή Μπαξεβάνη
Τιμές εισιτηρίων: Γενική είσοδος: 16 ευρώ, φοιτητικό: 12 ευρώ
Διάρκεια παραστάσεων: Από 3 Ιουλίου έως 14 Σεπτεμβρίου 2020