Χρησιμοποιώ τον κόσμο που ζω, ως οδηγό. Είμαι σε συνεχή συζήτηση με τους χαρακτήρες των έργων μου και με τους ανθρώπους γύρω μου, παίρνοντας στοιχεία απ’ τους τελευταίους και εντάσσοντάς τα, στους πρώτους. Και μέσα απ’ αυτή τη διαδικασία, αντλώ απαντήσεις για τον εαυτό μου.
Συνέντευξη στον Νικόλαο – Νεκτάριο Γινάργυρο για το kallitexnes.gr
Η Φωτεινή Βαμβούκη γεννήθηκε στην Αθήνα, τον Ιούλιο του 1969. Αποφοίτησε από τη Δραματική σχολή Αθηνών του Γιώργου Θεοδοσιάδη και φοίτησε στη Φιλοσοφική σχολή Αθηνών, στο τμήμα θεατρολογίας. Έχει συνεργαστεί με σπουδαίους Έλληνες καλλιτέχνες και σκηνοθέτες στο ελεύθερο θέατρο και σε ΔΗΠΕΘΕ. Διδάσκει υποκριτική, αφήγηση και ορθοφωνία. Ως δασκάλα υποκριτικής, έχει διδάξει στη σχολή musical PMTP της Σίας Κοσκινά, στο θέατρο Παραμυθίας, σε ατομικά μαθήματα, στο εργαστήρι Artcult theatrical studies και σε Δημοτικά σχολεία και Γυμνάσια (δημόσια και ιδιωτικά).
Τώρα ας μιλήσουμε για τη συγγραφική σου ιδιότητα με αφορμή την έκδοση του θεατρικού σου έργου «Τσάι με μπαρούτι, κύριε Πίντερ;» που ανέβηκε και σε παράσταση. Αρχικά, ποιο είναι το κίνητρό σου και γράφεις θεατρικά έργα;
Το ίδιο με το κίνητρό που είχα για να γίνω ηθοποιός. Να ανακαλύψω πώς έφτασα εδώ, γιατί είμαι εδώ, ποιος είναι ο σκοπός μου. Νιώθω τυχερή που μπορώ να γράφω θέατρο και να παίζω, γιατί έχω την ευκαιρία να ανακαλύπτω τον εαυτό μου σ’ όλη τη διάρκεια της ζωής μου.
Ποια είναι μερικά από τα πράγματα που έχεις μάθει για τον εαυτό σου έως σήμερα;
Πολύ προσωπική ερώτηση για να απαντήσω σε λίγες γραμμές, αλλά μπορώ να πω, ότι χρησιμοποιώ τον κόσμο που ζω, ως οδηγό. Είμαι σε συνεχή συζήτηση με τους χαρακτήρες των έργων μου και με τους ανθρώπους γύρω μου, παίρνοντας στοιχεία απ’ τους τελευταίους και εντάσσοντάς τα, στους πρώτους. Και μέσα απ’ αυτή τη διαδικασία, αντλώ απαντήσεις για τον εαυτό μου.
Διάβασα κάπου πως το βιβλίο σου «Τσάι με μπαρούτι, κύριε Πίντερ;» είναι το αποτέλεσμα μιας “συνομιλίας” με τον Πίντερ, όταν διάβασες το έργο του «Ο βουβός σερβιτόρος»;
Αυτό που έχω πει και το επαναλαμβάνω, είναι πως θα ήθελα να τον είχα απέναντί μου και να βρούμε μαζί, πώς θα διαμορφώνονταν οι σιωπές του, στη δική μας πιο θορυβώδη, πιο γρήγορη ερμηνευτικά εποχή. Τι θα γινόταν αν όλη αυτή η συνθήκη που συμβαίνει στο έργο του, συναντήσει έναν κόσμο που αρνείται να σταματήσει να μιλάει; Βασικά, την έκανα αυτή τη συζήτηση αλλά, με τον φανταστικό Πίντερ, εκείνον που είχα δημιουργήσει στη σκέψη μου. Προσπάθησα να δώσω απαντήσεις, στις ερωτήσεις που έθετε ο ίδιος σ’ όλο το συγγραφικό του έργο και να τις πάω λίγο βαθύτερα. Και τελικά, κατάφερα να κάνω, πιο διεισδυτικές ερωτήσεις.
Έτσι ξεκίνησε η διασκευή του έργου και η προσαρμογή του τίτλου;
Η εύκολη απάντηση είναι, ναι, έτσι ξεκίνησε. Η αληθινή, απάντηση, είναι πως όταν το πρωτοδιάβασα, ήθελα να τ’ ανεβάσω. Ξετρελάθηκα με το κείμενο, με τους διαλόγους, τις παύσεις, τις έννοιες πίσω απ’ τις λέξεις και τις σιωπές. Μετά τον ενθουσιασμό άρχισαν να μ’ ενοχλούν κάποια πράγματα. Άλλα επιφανειακά, άλλα βαθύτερα. Αρχικά οι πρωταγωνιστές ήταν δυο άντρες. Το 1957 που γράφτηκε ήταν φυσικό να υπάρχει, εντονότερος ρατσισμός, απέναντι στις γυναίκες. Πόσα έργα είχαν γραφτεί μέχρι τότε, με γυναίκες πρωταγωνίστριες και πόσα με άντρες. Και δη ισχυρές. Σήμερα, σχεδόν 70 χρόνια μετά, οι ρόλοι θα μπορούσαν να γραφτούν για όλα τα φύλα: γυναίκες, άντρες, γκέι, μη-δυαδικά κι ότι άλλο μου διαφεύγει. Κι αυτή ήταν η πρώτη αλλαγή που έκανα. Έτσι, κρατώντας το αρχικό γράμμα των ονομάτων, οι ήρωες άφυλοι, αλλά χωρίς να χάνουν την σεξουαλική τους ταυτότητα, έγιναν ο (άνθρωπος) Μπι και ο (άνθρωπος) Γκι. Ώστε οι ρόλοι να απευθύνονται σε όλους τους ανθρώπους.
Αυτή ήταν απ’ τις επιφανειακές αλλαγές να υποθέσω. Ποιες ήταν οι πιο ουσιαστικές.
Ας μη βάλω, εγώ, τις ταμπέλες της βαρύτητας. Αυτή η αλλαγή ήταν το έναυσμα για τις υπόλοιπες που ακολούθησαν. Σε κάποιο σημείο στο έργο του Πίντερ, οι πρωταγωνιστές μιλούν για ένα παιχνίδι ποδοσφαίρου που είχαν παρακολουθήσει μαζί στο παρελθόν (Spurs και Villa), αλλά δεν δίνουν σαφή στοιχεία για την ημερομηνία ή το αποτέλεσμα. Αυτή η ασάφεια, μπορεί να είναι ένα χαρακτηριστικό του συγγραφέα κι ένας τρόπος για να συστήσει τους ήρωες μέσα απ’ τις διαφορές τους. Από τότε, όμως, έχουν μεσολαβήσει τραγικά γεγονότα στην Αγγλία, όπως η διακυβέρνηση Θάτσερ. Στην απεργία των ανθρακωρύχων, υπήρξαν χιλιάδες συλλήψεις, τραυματίες και δεν έλλειψαν οι νεκροί. Αυτό το θέμα χρησιμοποιώ στην αντίστοιχη σκηνή. Είναι πιο σημαντικό να ακουστεί η πρόσφατη ιστορία και να μάθουν, έστω και με υπονοούμενα, οι νεότεροι, τι συνέβη τότε. Και μέσα απ’ αυτό να εξελιχθούν οι χαρακτήρες και το έργο.
Θα μας πεις και κάποιες αλλαγές, ακόμα, μέχρι την ολοκλήρωση της διασκευής;
Θα προτιμούσα να διαβαστεί το έργο.(Γελάει) Αυτά που ανέφερα είναι μερικές αλλαγές. Θα προσθέσω ότι ο σερβιτόρος δεν ζητάει να του μαγειρέψουν αλλά, να του απαντήσουν σε κάτι απίθανους γρίφους και το πιο σημαντικό είναι πως εμφανίζεται στη σκηνή με σάρκα και οστά Στο έργο, λοιπόν, εμφανίζονται τρεις ρόλοι, άφυλοι, μιλώντας για νεότερη ιστορία, ψάχνοντας λύσεις σε γρίφους… και άλλα.
Πόσο ενδιαφέρον μπορεί να έχει μια διασκευή. Δεν είναι ένα έργο που ήδη γνωρίζουμε;
Για το αστείο του πράγματος, θα σου θυμίσω, πως τις ελληνικές ταινίες από τις ασπρόμαυρες έως και τις βιντεοκασέτες, τις έχει δει η πλειοψηφία των Ελλήνων, άπειρες φορές και ξαναβλέπει όσες απ’ αυτές ανεβαίνουν στο θέατρο. Χωρίς να έχουν δεχτεί καμία αλλαγή. Το αφήνω ασχολίαστο και συνεχίζω, λέγοντας πως κανένα έργο δεν γνωρίζουμε, μέχρι να το δούμε. Μια διασκευή, σημαίνει πως ακολουθήθηκε το ίδιο μονοπάτι με κάποιον άλλον αλλά με διαφορετικά φίλτρα. Άλλη κουλτούρα και κυρίως άλλη εποχή. Τι να έλεγαν ο Ευριπίδης και ο Σοφοκλής που έγραψαν τις Ηλέκτρες τους, πάνω κάτω, την ίδια εποχή; Ποιος διασκεύασε ποιον; Η διαδικασία υπάρχει από τότε που βγήκαν οι πέτρες. Όταν βρεθεί μια καλή ιδέα είναι σχεδόν αδύνατο να τη διαχειριστεί, μόνο, ένας καλλιτέχνης. Γιατί, δεν μπορεί να υπάρξει – για ένα θέμα – μόνο, μία ιστορία. Αλλά πολλές.
Έχεις κάνει κι άλλες διασκευές;
Δραματοποιήσεις όχι διασκευές. Δύο Ελλήνων συγγραφέων του Δημήτρη Κωνσταντάρα και της Σοφίας Στεκουλέα από διηγήματα σε θεατρικά έργα. Γράφω θέατρο από το 2010. Ξεκίνησα από τότε που άρχισα και να σκηνοθετώ. Ένα κύριο χαρακτηριστικό για να τη δημιουργία ενός θεατρικού κειμένου είναι η οικονομία και το μέτρο. Να έχεις εκείνον τον αισθητήρα μέσα σου που βάζει αυτόματα σε όλα όριο: το χώρο, το χρόνο, το λόγο, τους χαρακτήρες, τη δομή, τη δράση. Αν δεν τον έχει έμφυτο, που δεν είμαι σίγουρη πώς μπορεί να συμβεί, καλλιεργείται με την παιδεία και την πείρα. Ο δικός μου εκείνη τη χρονιά ήταν που ωρίμασε.
Έχουν παιχτεί άλλα έργα σου;
Το 2010 παίχτηκε το πρώτο, «Μια σελίδα για στάχτες» που περιέχει δυο μονόπρακτα εμπνευσμένα από δυο παραμύθια. Παρ’ όλ’ αυτά απευθύνεται σε ενήλικες. Από εκεί και πέρα τα: «Χρυσή βροχούλα στους αιώνες οι Ολυμπιακοί αγώνες», «Οι εκτιμητές», «Ο Παροξυσμός ενός συγγραφέα. Έχεις καμιά καλή ιδέα;», «Έχω τις λέξεις σου», «Δε γεννήθηκα πρόσφυγας», «Τσάι με μπαρούτι, κύριε Πίντερ;».
Ας ξαναγυρίσουμε στο «Τσάι…». Πες μας κάποιες σκέψεις σου που θέλεις να μοιραστείς κι ας κλείσουμε μ’ αυτό.
Το «Τσάι…» το αγαπάω πολύ. Και την παράσταση και το βιβλίο. Με έμαθε να σκέφτομαι αλλιώς. Συνεργάστηκα με ανθρώπους που δεν πίστευα πως θα συνεργαζόμουν και το αποτέλεσμα ήταν θετικό. Χωρίς να είναι εύκολη η διαδρομή. Ανακάλυψα, κάποια όρια που δεν έχω και πρέπει να βρω νέες διόδους για να μην ξαναπέσω στους τοίχους που συνάντησα. Θεωρώ μεγάλη καλοτυχία να σμίξω πάλι στη σκηνή με τη Θέκλα Μαντέλη που είχε το ρόλο του Γκι. Η σκηνική μας επικοινωνία, αυτό που λένε καλή χημεία, δημιούργησε αμεσότητα και γνησιότητα στην ερμηνεία των ρόλων μας. Τι άλλο χρειάζεται ένας ηθοποιός; Κι ήταν εκείνη που επέμενε να εκδοθεί το έργο και μ’ έφερε σε επαφή με την «Άνεμος Εκδοτική» και το πρώτο τυπωμένο θεατρικό μου έργο είναι γεγονός.
Κυκλοφορεί στο εμπόριο;
Φυσικά και κυκλοφορεί, όπως, κάθε βιβλίο. Πωλείται από την «Άνεμος εκδοτική» και διαδικτυακά και σε φυσική μορφή. Όποιος θέλει να τ’ αγοράσει, δεν έχει παρά να γκουγκλάρει τον τίτλο του: «Τσάι με μπαρούτι, κύριε Πίντερ;» της Φωτεινής Βαμβούκη.



Καμία κριτική