Οι βαθιές σχέσεις απαιτούν μεγάλη ψυχική και πνευματική καλλιέργεια και πάλι δεν εγγυώνται ότι θα υπάρχει διάρκεια, γιατί μπορεί να ανατραπούν.

Συνέντευξη στον Νίκο Γινάργυρο

-Πρωταγωνιστείτε σε ένα κλασικό έργο, όπως είναι η «Ολεάννα» του Ντέϊβιντ Μάμετ, που ανεβαίνει στο θέατρο Olvio σε σκηνοθεσία του Νικορέστη Χανιωτάκη. Το έργο βασίζεται καθαρά στο παιχνίδι της εξουσίας, όπου οι ισορροπίες διασαλεύονται και οι εξουσίες αναποδογυρίζουν. Ποιό θεωρείτε λοιπόν, ότι είναι το στοιχείο εκείνο που φωτίζει ο Ντέϊβιντ Μάμετ για τις ανθρώπινες σχέσεις και την κατάχρηση της εξουσίας, όπως αυτή παρουσιάζεται στο έργο;

Δημήτρης Πετρόπουλος: Ο χαρακτήρας που υποδύομαι έχει βιώσει μία πολύ χαρακτηριστική απόρριψη, την οποία βρήκε έναν τρόπο να διαχειριστεί τόσο καλά, που τελικώς έκανε μία ολόκληρη διαδρομή και κατέληξε να γίνει και καθηγητής Πανεπιστημίου. Αυτό σημαίνει ότι διένυσε μεγάλα διαστήματα εσωτερικών και κοινωνικών διεργασιών, όπου αισθανόμενος ότι τα κατάφερε, πιστεύει ότι ο οποιοσδήποτε μπορεί να κάνει το ίδιο, πόσο μάλλον αν υποστηριχτεί ηθικά. Η φοιτήτριά του, ως νεαρό άτομο, έχει άλυτα θέματα και απωθημένα, τα οποία δεν μπορεί να διαχειριστεί ή ο τρόπος που επιλέγει να τα διαχειριστεί δεν είναι και ο καταλληλότερος. θα ήταν παράδοξο αν κατάφερναν να συνεννοηθούν, γιατί είναι σε διαφορετικό στάδιο της διαδικασίας και από εκεί νομίζω ότι πηγάζει η αναμέτρηση και η σχέση εξουσίας. Κατά τη γνώμη μου, το θέμα του έργου και αυτό που φωτίζει ο Ντέϊβιντ Μάμετ είναι η ελλιπής και στρεβλή επικοινωνία γενικότερα, γι΄αυτό και το κοινό εμπλέκεται τόσο πολύ στη διαδικασία της παράστασης και αισθάνεται μετά την ανάγκη να το συζητήσει. Η επικοινωνία μας είναι καθημερινά ατελής, επειδή έχουμε επιλέξει έναν ρηχότερο τρόπο επικοινωνίας, που είναι συμβατικότερος, χωρίς να μας καίει αν συνεννοούμαστε πραγματικά. Οι βαθιές σχέσεις απαιτούν μεγάλη ψυχική και πνευματική καλλιέργεια και πάλι δεν εγγυώνται ότι θα υπάρχει διάρκεια, γιατί μπορεί να ανατραπούν.

-Η Κάρολ είναι μία φοιτήτρια που έρχεται στο γραφείο σας με σκοπό να της διορθώσετε το βαθμό και ενώ τα πράγματα φαίνονται να εξελίσσονται ομαλά, τελικά η Κάρολ σας κατηγορεί για κατάχρηση εξουσίας και σεξουαλική παρενόχληση. Ποιό είναι το στοιχείο στη συμπεριφορά της Κάρολ, στο οποίο την δικαιώνετε και σε ποιό την καταδικάζετε;

Δημήτρης: Δεν ξέρω αν έχω μπει σε αυτή τη συλλογιστική, αλλά κάτι που την δικαιώνει είναι η υποκειμενικότητα στην αποκωδικοποίηση των μηνυμάτων που της στέλνω. Βέβαια, το ίδιο πράγμα χρεώνεται αντιστοίχως σε μένα, που οφείλω κυρίως λόγω της ιδιότητας του εκπαιδευτικού, να αντιληφθώ ότι δεν εισπράττεται το μήνυμα με τον τρόπο που το στέλνω. Δεν τη δικαιώνω σε αυτά που του χρεώνει και τον ενοχοποιεί κατά τεκμήριο. Εδώ και πέντε μήνες ασχολούμαστε με όσα συμβαίνουν στον χώρο του κινηματογράφου στην Αμερική και έχω την αίσθηση ότι εν έτη 2018 είναι μονομερής η αντιμετώπισή μας, λες και όλοι είναι ένοχοι επειδή κάποιος το ισχυρίστηκε ή όλοι αυτοί που υποτίθεται ότι δέχθηκαν σεξουαλική παρενόχληση ήταν αθώα θύματα. Ο τρόπος που το αντιμετωπίζουμε δεν είναι ο ενδεδειγμένος και θα οδηγήσει σε ακρότητες, σχηματικότητες και υπεραπλουστεύσεις. Όλα αυτά είναι πολύ κακής ποιότητας.

-Πέρσι είχατε στο πλευρό σας ως Κάρολ, την Κατερίνα Παπουτσάκη και φέτος βλέπουμε να συνεργάζεστε με μία νέα και ανερχόμενη ηθοποιό, την Ντάνη Γιαννακόπουλου. Μιλήστε μας για τη συνεργασία σας με την Ντάνη και ποιά είναι τα στοιχεία εκείνα που είδατε στην Ντάνη και συνετέλεσαν στο να πείτε το «ναι» στη συνεργασία αυτή, για έναν ρόλο αρκετά απαιτητικό με μεγάλες συναισθηματικές εναλλαγές.

Δημήτρης: Δεν γνώριζα την Ντάνη πιο πριν, αλλά ήξερα ότι είχε συνεργαστεί με τον Νικορέστη Χανιωτάκη στον «Κουλοχέρη του Σποκέιν» πριν δύο- τρία χρόνια, στο οποίο έτυχε να συνεργαστώ και εγώ, αλλά δεν συμπέσαμε. Ήξερα επίσης, ότι ήταν υποψήφια πέρσι για το βραβείο «Μελίνα Μερκούρη» για τον «Άγριο σπόρο», που είναι τεκμήριο ότι τα πήγε καλά. Επίσης, δεν ήξερα ούτε την Κατερίνα Παπουτσάκη και δεν την είχα δει ποτέ, ούτε στην τηλεόραση, ούτε στο θέατρο. Γνώρισα και τα δύο παιδιά λοιπόν, στη δουλειά και η συμπεριφορά τους ήταν εξαιρετική. Βέβαια, άλλη εκδοχή η ερμηνεία της Κατερίνας, άλλη η ερμηνεία της Ντάνης. Το έργο είναι ντουέτο και είναι μεγάλη υπόθεση όταν αλλάζει το ένα από τα δύο μισά, γιατί δεν είναι αντικατάσταση σε ένα μικρό ρόλο που ενδεχομένως οι ισορροπίες να διατηρηθούν ως είχαν. Η Ντάνη έχει άλλη προσέγγιση και αυτό είναι ενδιαφέρον από κάθε άποψη. Είμαστε και οι δύο ανοιχτοί, ακούμε ο ένας τον άλλον, αντιδρούμε στο ερέθισμα της στιγμής, είτε είναι κάτι καινούργιο, είτε είναι αναπαραγωγή κι αυτό είναι πάρα πολύ σημαντικό στο θέατρο.

petropoulos-giannakopoulou-%ce%84%ce%84oleanna%ce%84%ce%84-Εκτός από ηθοποιός, δραστηριοποιείστε εδώ και χρόνια και ως εκπαιδευτικός. Πόσο εύκολο ή δύσκολο ήταν να αναλάβετε έναν ρόλο εκπαιδευτικού επί σκηνής και μάλιστα όταν διατυπώνει ο ήρωας σας τέτοιες ακραίες απόψεις για το εκπαιδευτικό σύστημα; Ήταν ένας ρόλος- πρόκληση για σας;

Δημήτρης: Στην αρχή ήμουν πολύ επιφυλακτικός, αλλά δεν το θεώρησα πρόκληση, αφού ο ρόλος μου ήταν κάτι γνώριμο. Οι απόψεις του για το εκπαιδευτικό σύστημα βρίσκουν πολύ κόσμο σύμφωνο και δεν είναι τόσο αιρετικές όσο νόμιζε ο ίδιος. Ίσως να είναι αιρετικές για το Αμερικανικό σύστημα, στο οποίο εντάσσεται, αλλά τις αμφισβητήσεις του νομίζω ότι τις μοιράζονται πολλοί άνθρωποι σήμερα.

-Η «Ολεάννα» ανήκει στις παραστάσεις που καταφέρνουν να διχάσουν το κοινό τους, καθώς ο ίδιος ο συγγραφέας λέει ότι «όποιον κι αν πιστέψετε, θα κάνετε λάθος». Οι θεατές πώς ανταποκρίνονται σε αυτό το δίλημμα και ποιό στοιχείο της παράστασης καθιστά εσφαλμένη και διλημματική την όποια εντύπωση αποκομίσουμε;

Δημήτρης: Νομίζω ότι οι δύο πλευρές έχουν δίκιο μέσα στην υποκειμενικότητα τους, που σημαίνει την σχετικοποίηση του δικαίου. Ακούγοντας και τα δύο μέρη, αντιλαμβάνεσαι ότι μάλλον δικαιώνεται η δική του πλευρά. Στην Ελλάδα, οι θεατές δυσκολεύονται να αποδεχθούν το να αδιαφορείς τόσο πολύ για την καταστροφή κάποιου άλλου ανθρώπου. Αν και δεν πιστεύω στις νίκες και στις ήττες από φιλοσοφία, πιστεύω ότι ο καθηγητής κερδίζει στο τέλος, γιατί συναντάει τον εαυτό του, ενώ εκείνη δίνει την εντύπωση ότι έχει έναν σκληρό και ανεπεξέργαστο εαυτό, σαν ένα ιδιότυπο πάζλ με αγριότητες και με πολλές γρατσουνιές.

-Τί σας συναρπάζει στο θέατρο ως θεατή και τί ως ηθοποιό;

Δημήτρης: Ως θεατής, εκτιμώ την ευφυΐα στη σύλληψη και την εκτέλεση, δηλαδή τις ανανεωτικές σκηνικές ιδέες. Νομίζω όμως, ότι αν κάτι δεν με συγκινήσει, δεν με αφορά η ευφυής σύλληψη, ακόμη και αν είμαι σε θέση να την εκτιμήσω. Αν με συγκινήσει αισθάνομαι ευγνώμων και οφειλέτης στη συγκίνηση. Ως ηθοποιός, θα ήθελα κι εγώ να συγκινώ το κοινό μου.

Η επικοινωνία μας είναι καθημερινά ατελής, επειδή έχουμε επιλέξει έναν ρηχότερο τρόπο επικοινωνίας, που είναι συμβατικότερος, χωρίς να μας καίει αν συνεννοούμαστε πραγματικά.

to-dilitirio-Ποιά είναι τα στοιχεία που πιστεύετε ότι καθιστούν το έργο διαχρονικό;

Δημήτρης: Δεν πιστεύω στη διαχρονικότητα των έργων, αλλά στη διαχρονικότητα των θεμάτων. Νομίζω ότι οι άνθρωποι έρχονται κοντά, επειδή κάποιος λόγος τους συνδέει ή ευνοεί την προσέγγιση. Μοιάζουμε όμως πιο πολύ από όσο διαφέρουμε, οπότε ας μην σπαταλάμε τα χρόνια της ζωής μας υπογραμμίζοντας τις διαφορές και στο να αποκτήσουμε μια ιδιαίτερη ταυτότητα.

-Μέσα από την αντιπαράθεση των δύο ηρώων, γίνεται έκδηλη η απουσία κατανόησης και ουσιαστικής επικοινωνίας. Πιστεύετε ότι τα στοιχεία αυτά ενυπάρχουν στις ανθρώπινες σχέσεις σήμερα; Η επικοινωνία λείπει σήμερα από τις ανθρώπινες σχέσεις;

Δημήτρης: Όταν ο άλλος προτιμάει να σου στείλει γραπτό μήνυμα από το να σου μιλήσει, είναι ένα θέμα. Επικοινωνούμε με όλους τους τρόπους, αλλά όταν κάποιος συστηματικά επιλέγει κάτι λιγότερο προσωπικό, κάτι δηλώνει αυτό. Αυτό που με προβληματίζει είναι η ψευδαίσθηση της επικοινωνίας, όχι η δυνατότητα. Το ερώτημα είναι πόσο έντονη είναι η ανάγκη να επικοινωνείς και με τί τρόπο.

-Πώς καταφέρατε να ισορροπήσετε την ιδιότητα του ηθοποιού με αυτήν του εκπαιδευτικού; Αλληλοσυμπληρώνονται αυτές οι ιδιότητες μέσα σας ή η καθεμία καλύπτει διαφορετικές ανάγκες;

Δημήτρης: Νομίζω ότι και οι δύο ιδιότητες είναι παραλλαγές της επικοινωνίας. Όσον αφορά την εκπαίδευση, η επικοινωνία είναι πιο άμεση και μετρήσιμη στην αίθουσα απ’ ότι στο θέατρο, που εισπράττεται στην πορεία. Πάντως, τα κίνητρα είναι συγγενικά και οι διαδικασίες μοιάζουν. Βέβαια, ο βαθμός έκθεσης είναι άλλος στο θέατρο, αλλά οι ουσίες μοιάζουν και δεν ανταγωνίζονται το ένα το άλλο.

petropoulos-tzerpos-%ce%84%ce%84to-dilitirio%ce%84%ce%84-Τί θα συμβουλεύατε έναν νέο άνθρωπο που θέλει να ασχοληθεί με την υποκριτική σήμερα, αλλά και γενικότερα με την τέχνη μεσούσης και της οικονομικής κρίσης στην Ελλάδα; Πιστεύετε ότι είναι απαγορευτική η ενασχόληση με την τέχνη και πόσο μάλλον ως ένα βιοποριστικό επάγγελμα;

Δημήτρης: Καταρχήν, δεν πιστεύω στις συμβουλές, γιατί μόνο τα βιώματα καθορίζουν την πορεία ενός ανθρώπου, αν και είναι καλό να ακούμε και όλοι έχουμε επηρεαστεί από κάτι. Δεν νομίζω ότι ήταν πραγματικά ελεύθερη επιλογή να βάλω μία βιοποριστική δουλειά στο πρόγραμμα, αλλά δεν ήθελα να κάνω αναξιοπρεπείς επιλογές. Επίσης, πιστεύω ότι πρέπει να έχεις λίγο αίσθηση της σχέσης σου με το αντικείμενο και τον χώρο, όσο είναι αυτό δυνατόν, για να καταλάβεις αν υπάρχει ουσιαστική αβεβαιότητα. Μεγάλωσα με την διαπαιδαγώγηση ότι το χρήμα είναι εκτός των αξιών και κατά συνέπεια, δεν καθόρισε καμία απολύτως επιλογή μου. Ωστόσο, έπρεπε οπωσδήποτε να έχω κάποια πηγή εισοδήματος. Λυπάμαι όταν βλέπω ανθρώπους να σπαταλούν την ενέργειά τους για την στοιχειώδη επιβίωση, αλλά δεν γίνεται να μην έχεις ούτε τα βασικά.

-Ανατρέχοντας στη μακρόχρονη πορεία σας στον χώρο της υποκριτικής, ποιά συνεργασία σας υπήρξε σημείο αναφοράς για την καλλιτεχνική σας ταυτότητα και γιατί;

Δημήτρης: Αυτή είναι δύσκολη ερώτηση, γιατί δεν είχα συνεργασίες από αυτές που συνήθως ονομάζονται καθοριστικές και μοιραίες. Ήταν κανονικές σε εντάσεις και ποιότητες, με αρνητικά και θετικά. Όλες οι συνεργασίες μου απέφεραν κάτι, όπως συμβαίνει και στη ζωή. Οι πηγές δεν είναι μόνο ενδοθεατρικές και μπορεί να σου ρίξει φως η αντίδραση κάποιου απλού ανθρώπου, έναντι κάποιου ο οποίος το ανέλυσε εξονυχιστικά. Για να είμαι ειλικρινής, δεν αισθάνομαι ότι έχω κάνει κάτι τόσο σημαντικό, ώστε να μιλάμε και για σταθμούς. Θυμάμαι όμως, ότι πέρασα χαρούμενα κάποια διαστήματα και ευτυχισμένες χρονιές, που ενδεχομένως δεν αντιστοιχούσαν σε πολύ σημαντικές παραστάσεις ή σε κοσμοϊστορικά καλλιτεχνικά γεγονότα.

-Έχετε ζήσει πολλά χρόνια στη Γαλλία και έχετε ένα σημαντικό και μεγάλο υπόβαθρο σπουδών, καθώς έχετε τελειώσει Νομική. Έχετε διδάξει λοιπόν, εγκληματολογία και Ποινικό Δίκαιο, ενώ φέτος διδάσκετε διεύθυνση ηθοποιών σε σκηνοθέτες. Πώς όλο αυτό το υπόβαθρο, σας έχει βοηθήσει στη διαμόρφωση της κριτικής σκέψης, όσον αφορά τους ρόλους που αναλαμβάνετε;

Δημήτρης: Αναμφίβολα συνέβαλε, αλλά δεν ξέρω αν αυτό αποδίδεται στην συγκεκριμένη ειδικότητα ή στην ενασχόληση με ένα διαφορετικό αντικείμενο, που είναι πάντοτε εμπλουτιστικό. Ο ηθοποιός είναι μία σωματοποιημένη ψυχική περιπέτεια και όλα τα επιμέρους στοιχεία, όπως η κριτική σκέψη του σώματος, είναι ωφέλιμα, γιατί το σώμα ξέρει να επιλέξει από τη δική του μνήμη και προτιμήσεις τί χρειάζεται κάθε στιγμή. Η κριτική σκέψη δεν είναι ένα στοιχείο που υπερισχύει έναντι άλλων, αλλά ένα από τα συστατικά, οπότε δεν πρέπει να είναι ανασταλτική στη διαδικασία βίωσης κάποιων πραγμάτων. Υποδηλώνει μία απόσταση ασφαλείας, που εξασφαλίζει τη διαύγεια, ώστε να μην παρεμβάλλονται παράσιτα άλλων πηγών, αλλά στο θέατρο δεν υπάρχει απόσταση ασφαλείας, όπως δεν υπάρχει και στη ζωή άλλωστε.

Αυτό που με προβληματίζει είναι η ψευδαίσθηση της επικοινωνίας, όχι η δυνατότητα. Το ερώτημα είναι πόσο έντονη είναι η ανάγκη να επικοινωνείς και με τί τρόπο.

petropoulos-%ce%84%ce%84vakches%ce%84%ce%84-pentheas-Κάποιος που δεν έχει διαβάσει το έργο, έρχεται να δει την «Ολεάννα» και τελικά ανακαλύπτει την Κάρολ. Πείτε μας λοιπόν, τί σημαίνει «Ολεάννα» και από πού βγήκε αυτός ο τίτλος;

Δημήτρης: Η «Ολεάννα» ήταν ένας τόπος άγονος, αφού επρόκειτο για χέρσα έκταση, που όμως ήθελαν να λειτουργήσει και να αποδώσει ως γη της Επαγγελίας. Αυτό υποδηλώνει την ματαιότητα του να δοκιμάζεις να κάνεις γόνιμο, κάτι άγονο. Η τοποθέτηση του Μάμετ είναι λίγο απογοητευτική, γιατί σε κάποιες περιπτώσεις αυτό επιτυγχάνεται, αλλά σίγουρα το αποτέλεσμα δεν είναι πάντα εγγυημένο. Παραλληλίζει τις σχέσεις και όλα αυτά που διαδραματίζονται στο έργο, με την αποτυχημένη απόπειρα ενός ζευγαριού Νορβηγών, του Όλε και της Άννας, που αγόρασαν μία περιοχή στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής και παρέσυραν ένα σωρό ανθρώπους μαζί τους για να φτιάξουν τον σύγχρονο παράδεισο, αλλά δεν τα κατάφεραν.

-Η «Ολεάννα» διανύει τις τελευταίες της παραστάσεις μετά από τρίτη παράταση και ανεβάζετε ξανά το έργο «Δηλητήριο» στο θέατρο «Αλκμήνη», που είναι ψυχολογικό θρίλερ του Ρόντολφ Σιρέρα σε δική σας σκηνοθεσία.

Δημήτρης: Το «Δηλητήριο» είναι μία ανθεκτική ερωτική σχέση. Δεν ξέρω αν θα πρέπει να το παίζω μέχρι να πεθάνω, αλλά ικανοποιούσε ένα απωθημένο μου και χάρηκα που συνέβη. Ήταν ένας ρόλος που ήθελα να παίξω κι όταν είχε πρωτοανέβει, είχα παίξει τον άλλο ρόλο στο έργο. Έχει κάτι το ιδιαίτερο και μου αρέσει σαν σκηνικό παιχνίδι. Πάει για πέμπτη χρονιά, χωρίς διαφήμιση και μόνο από στόμα σε στόμα.

-Έναν λόγο που μπορείτε να πείτε, έτσι ώστε να έρθουν να δούνε «Το Δηλητήριο»;

Δημήτρης: Μπορείς να προτείνεις σε τρίτους την δική σου ερωτική διάθεση; Αν μπορείς, τότε τους προτείνω να έρθουν να το δούνε για να ελέγξουν αν καλώς ή κακώς το ερωτεύτηκα.

-Μία ευχή που θα θέλατε να κάνετε;

Δημήτρης: Το νερό της ζωής το λένε ευγνωμοσύνη. Είναι μία τρομακτική δύναμη, που ισοδυναμεί και πιθανόν να είναι μεγαλύτερη από την καταστροφική δύναμη. Νομίζω ότι αν πιεις από αυτό το νερό η ζωή ξαναρχίζει.

petropoulos-%ce%84%ce%84o-koulocheris-tou-spokein%ce%84%ce%84 petropoulos-alitis

Συνέντευξη: Νίκος Γινάργυρος
Απομαγνητοφώνηση: Νίκος Γινάργυρος
Επιμέλεια: Μαρία Αγγέλου