Το κλασικό έργο «Creditors» by August Strindberg είναι ένα έργο που, παρά το πέρασμα του χρόνου, εξακολουθεί να είναι πάντα επίκαιρο, διατηρεί την αιχμηρότητά του και χτυπά κατευθείαν στην καρδιά των ανθρώπινων σχέσεων, εξερευνώντας τη χειραγώγηση, τη συναισθηματική εξάρτηση και την εκδίκηση μέσα από ένα ερωτικό τρίγωνο γεμάτο ένταση. Η Έφη Κιούκη, με τη σκηνοθετική και ερμηνευτική της προσέγγιση, φέρνει το έργο στο σήμερα, αποκαλύπτοντας με οξύτητα και ψυχολογική ακρίβεια τις παθογένειες των ανθρώπινων σχέσεων.
Γράφει ο Νικόλαος – Νεκτάριος Γινάργυρος
Η Έφη Κιούκη, με τη διασκευή και τη σκηνοθεσία της στο κλασικό έργο του Αύγουστου Στρίντμπεργκ «Creditors», μας προσφέρει μια παράσταση που αναδεικνύει τις διαχρονικές παθογένειες των τοξικών σχέσεων και των χειριστικών συμπεριφορών. Η παράσταση ανεβαίνει στο Θέατρο «Από Κοινού» από τις 10 Φεβρουαρίου 2025, κάθε Δευτέρα στις 20:00 και Τρίτη στις 21:00, για περιορισμένο αριθμό παραστάσεων.
Στο επίκεντρο της ιστορίας βρίσκεται το ερωτικό τρίγωνο μεταξύ του Άντολφ, της Θέκλας και του Γκουστάβ. Ο Άντολφ, ένας νεαρός καλλιτέχνης, αναζητά την ταυτότητά του και παλεύει με τις ανασφάλειές του, ενώ η σύζυγός του, Θέκλα, επιστρέφει από μια εβδομαδιαία απουσία. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, ο Γκουστάβ, πρώην σύζυγος της Θέκλας, αναλαμβάνει ρόλο «συμβούλου» και πυροδοτεί ένα εκρηκτικό παιχνίδι χειραγώγησης και συναισθηματικών εκδικήσεων. Κάθε χαρακτήρας προσπαθεί να ξεχρεώσει τα συναισθηματικά του «δάνεια», ενώ ταυτόχρονα αμφισβητεί την αλήθεια και τα όρια της αγάπης, της προδοσίας και της εκδίκησης.
Η Έφη Κιούκη, με σεβασμό στο πρωτότυπο κείμενο, τολμά να το φέρει στο σήμερα, εστιάζοντας στην αποδέσμευση από τις τοξικές σχέσεις και την αναζήτηση της προσωπικής απελευθέρωσης από τα τραύματα του παρελθόντος. Η σκηνοθετική της ματιά αναδεικνύει τις λεπτές αποχρώσεις των χαρακτήρων, προσφέροντας στο κοινό μια βαθιά και πολυεπίπεδη εμπειρία, καθιστώντας την παράσταση αυτή μια σύγχρονη ανατομία των τοξικών σχέσεων και των χειριστικών συμπεριφορών. Μέσα από την σκηνοθετική της ματιά, όπου μετατρέπει τη θεατρική σκηνή σε πεδίο ψυχολογικής μάχης, η παράσταση λειτουργεί σαν μια αργή, βασανιστική αποδόμηση των χαρακτήρων, όπου κάθε βλέμμα, κάθε σιωπή, κάθε ανεπαίσθητη κίνηση αποκτά σημασία. Το σκηνικό, λιτό αλλά ατμοσφαιρικό, δημιουργεί έναν αποστειρωμένο χώρο, έναν τόπο παγιδευμένης έντασης, όπου οι χαρακτήρες δεν μπορούν να ξεφύγουν, ούτε από τον χώρο, ούτε από τον εαυτό τους. Ο μινιμαλισμός αυτός δεν είναι απλώς αισθητική επιλογή, αλλά μέσο που ενισχύει την ψυχολογική πίεση, αφού δεν υπάρχουν περιττά στοιχεία που να αποσπούν την προσοχή, αφήνοντας το βάρος εξ ολοκλήρου στην ερμηνεία των ηθοποιών. Η σκηνοθεσία ακολουθεί έναν ρυθμό που θυμίζει ψυχολογικό θρίλερ, αφού η παράσταση ξεκινά με φαινομενικά ήρεμους, καθημερινούς διαλόγους, αλλά σταδιακά, καθώς ο Γκουστάβ εντείνει το παιχνίδι του, ο ρυθμός επιταχύνεται, η ένταση κορυφώνεται και το έργο μετατρέπεται σε μια συναισθηματική παγίδα, από την οποία ούτε οι χαρακτήρες, ούτε το κοινό μπορούν να ξεφύγουν.

Ο Παναγιώτης Μπουγιούρης στον ρόλο του Γκουστάβ είναι απλά καθηλωτικός. Ενσαρκώνει έναν άνδρα που έχει τελειοποιήσει την τέχνη της ψυχολογικής χειραγώγησης. Δεν χρειάζεται να υψώσει τη φωνή του, δεν καταφεύγει σε προφανείς εκρήξεις οργής, αφού η δύναμή του πηγάζει από τη σιωπή του, από το διαπεραστικό του βλέμμα, από τις παύσεις που αφήνει στις προτάσεις του, δίνοντας χώρο στον Άντολφ να γεμίσει το κενό με τις δικές του ανασφάλειες. Ο Παναγιώτης Μπουγιούρης καταφέρνει να δώσει στον χαρακτήρα του μια σχεδόν σαδιστική απόλαυση για τον έλεγχο που ασκεί. Είναι ένας άνθρωπος που δεν επιτίθεται ευθέως, αντίθετα καθοδηγεί τον Άντολφ στην αυτοκαταστροφή του με τρόπο υπνωτιστικό. Η γοητεία που ασκεί η παρουσία του και ο λόγος του, κρύβουν στην αρχή τις πραγματικές προσθέσεις του, αλλά όταν αυτές αποκαλύπτονται, γίνεται ένας άνθρωπος απειλητικός, επιβλητικός, εκδικητικός και η καθολική του ερμηνεία κρατά το κοινό σε μια διαρκή κατάσταση έντασης.

Ο Αλέξανδρος Δαβιλάς υποδύεται τον Άντολφ, τον νεαρό καλλιτέχνη που παλεύει με τις ανασφάλειές του και τη βαθιά του ανάγκη για αποδοχή. Από την πρώτη του εμφάνιση στη σκηνή, ο Δαβιλάς αποδίδει με λεπτότητα, ισορροπία και με εντυπωσιακή ακρίβεια τον εσωτερικό του διχασμό, δηλαδή έναν άνθρωπο ταλαντούχο, αλλά εύθραυστο, αφού επιζητά να χτίσει την αυτοπεποίθησή του μέσω της σχέσης του με τη Θέκλα. Ο τρόπος που μεταμορφώνει τον χαρακτήρα του μέσα στην παράσταση είναι αξιοσημείωτος, αφού ξεκινά με μια σχετική ηρεμία, αλλά καθώς ο Γκουστάβ αρχίζει να σπέρνει αμφιβολίες στο μυαλό του, βλέπουμε τη σταδιακή του αποδόμηση.

Η Έφη Κιούκη στον ρόλο της Θέκλας είναι ίσως ο πιο μυστηριώδης και πολυσύνθετος χαρακτήρας της παράστασης. Από τη μια, φαίνεται να είναι η χειραγωγός του Άντολφ, μια γυναίκα δυναμική, ανεξάρτητη, εντυπωσιακή, έξυπνη, θελκτική, γεμάτη σεξαπίλ, που δεν φοβάται να διεκδικήσει τη ζωή και την ελευθερία της. Από την άλλη, η συνάντησή της με τον Γκουστάβ φανερώνει ρωγμές στην αυτοπεποίθησή της, γίνεται ευάλωτη στα χέρια του και εύθραυστη. Η Έφη Κιούκη καταφέρνει να ισορροπήσει αριστοτεχνικά ανάμεσα στη γοητεία και την ανασφάλεια. Ως Θέκλα είναι σαγηνευτική, σχεδόν μοιραία, αλλά ποτέ δεν παρουσιάζεται μονοδιάστατα. Όταν βρίσκεται αντιμέτωπη με τον Γκουστάβ, το προσωπείο της ραγίζει και βλέπουμε μια γυναίκα που ίσως προσπαθεί ακόμα να ξεφύγει από τα φαντάσματα του παρελθόντος. Η ερμηνεία της είναι αφοπλιστική, με τις λεπτομέρειες εκείνες στις κινήσεις και στην έκφρασή της να αποκαλύπτουν πολλά περισσότερα από όσα λένε τα λόγια.

Η σύγκρουση αυτών των τριών χαρακτήρων στη σκηνή είναι ένα ψυχολογικό παιχνίδι ακριβείας. Η παράσταση αποφεύγει τις έντονες εκρήξεις και τον μελοδραματισμό, αντλώντας την έντασή της από τις λεπτές ισορροπίες στις ερμηνείες, την γλώσσα του σώματος, την κίνηση πάνω στη σκηνή, τα βλέμματα που διαρκούν λίγο περισσότερο απ’ όσο πρέπει. Η παράσταση «Creditors» by August Strindberg, σε διασκευή και σκηνοθεσία της Έφης Κιούκη είναι μια εμπειρία που καθηλώνει τον θεατή, μια ανατομία της ανθρώπινης ψυχολογίας, των σχέσεων εξουσίας και της συναισθηματικής χειραγώγησης. Με τρεις εξαιρετικές ερμηνείες, σκηνοθετική ακρίβεια και μια διασκευή που αναδεικνύει τη διαχρονικότητα του έργου, η παράσταση αυτή δεν είναι απλώς μια αναβίωση ενός κλασικού κειμένου, αλλά ένας επίκαιρος προβληματισμός για τις σχέσεις, την αγάπη και την ανάγκη επιβολής.


Καμία κριτική