Γράφει η Αγγελική Μπάτσου

Βρεθήκαμε στο θέατρο «Άλμα» για να παρακολουθήσουμε την παράσταση «Ο Μαρξ στο Σόχο» του συγγραφέα Χάουαρντ Ζιν σε σκηνοθεσία Άγγελου Αντωνόπουλου.

Το θέατρο «Άλμα» από το 2004 που ξεκίνησε τη λειτουργία του, είναι ένας μεγάλος και πανέμορφος χώρος, ο οποίος έχει φιλοξενήσει στο παρελθόν πολλές από τις πιο σπουδαίες παραστάσεις:«Φθινοπωρινή Σονάτα» του Ίνγκμαρ ΜπέργκμανΙερά Τέρατα» του Ζαν ΚοκτώΗ Σονάτα του Σεληνόφωτος» του Γιάννη ΡίτσουΗ Κατάρα του Στόκβιλ» του Νιλ ΣάιμονΤο Γλυκό πουλί της νιότης» του Τέννεσση ΟυίλλιαμςΕπικίνδυνες Σχέσεις» του Πιερ Σοντερλό ντε Λακλό και πολλές άλλες.

Από τα πιο εντυπωσιακά θέατρα που έχω δει ως τώρα, με σκάλα που οδηγεί στον τρίτο όροφο, αφού πρώτα περάσει κάποιος από τον πρώτο, στον οποίο δεσπόζουν πανέμορφοι ζωγραφικοί πίνακες. Εκεί, στον τρίτο, περιμένει τους θεατές η εντυπωσιακή σκηνή και οι αναπαυτικές βελούδινες βυσσινί θέσεις.

Η συγκεκριμένη βραδιά ήταν η επίσημη πρεμιέρα του έργου και ο κόσμος είχε γεμίσει ασφυκτικά τον χώρο. Στο τρίτο κουδούνι, οι φωνές σίγησαν, τα φώτα έσβησαν και σχεδόν αυτόματα άνοιξαν πάλι για να φωτίσουν τον Καρλ Μαρξ που στεκόταν και μας κοιτούσε χαμογελαστός μπροστά από την πόρτα της αίθουσας. Έπειτα, ξεκίνησε να μας μιλάει…

Λίγα λόγια για το έργο:

Έπειτα από μια θεϊκή παρέμβαση ο Μαρξ, λόγω ουράνιου σφάλματος, βρίσκεται αντί στο Σόχο του Λονδίνου, όπου έζησε ως το τέλος της ζωής του, στο Σόχο της Νέας Υόρκης. Μα ακόμα και μέσα από ένα ταξίδι στον χρόνο, ακόμα και έπειτα από 200 χρόνια από τη γέννησή του, θα αντιληφθεί ότι ο χωροχρόνος είναι όντως κάτι εντελώς σχετικό, όσο υπάρχουν και θα υπάρχουν πλούσιοι και φτωχοί. Άνθρωποι που δουλεύουν για εκείνους που τους λένε να δουλεύουν. Για ένα κομμάτι ψωμί και για τον περαιτέρω πλουτισμό, αντίστοιχα. Τί έχει άραγε να μας πει έπειτα από τόσα χρόνια; Τί άλλαξε; Αν άλλαξε κάτι, όντως αυτό το κάτι έχει αλλάξει και τις ζωές των ανθρώπων προς το καλύτερο; Οι απαντήσεις επί της σκηνής!

44754003_502905206892657_8578873264506404864_nΗ κριτική μας:

Ο συγγραφέας έγραψε το έργο αυτό ορμώμενος από προσωπικά βιώματα ως διαδηλωτής, που ευθύς εξαρχής αντιμετωπίστηκε με βία από τις αστυνομικές αρχές και γρήγορα έφτασε, όπως λέει, στο συμπέρασμα ότι «Η ελευθερία του λόγου και της συνάθροισης καθορίζεται από την κοινωνική τάξη, στην οποία ανήκει κανείς». Όσο πιο φτωχός είναι κάποιος, τόσο λιγότερη η ελευθερία αυτή. Σε έναν κόσμο που υποτίθεται ότι εκ φύσεως είσαι γεννημένος με τα ίδια δικαιώματα, ανακαλύπτεις τελικά ότι ίδια δικαιώματα δε σημαίνει ίσα δικαιώματα και αυτό, γιατί όταν εκείνα εφαρμόζονται ως θεωρία, σκοντάφτουν στα προσωπικά συμφέροντα και κυρίως, στη δύναμη του χρήματος. Το χρήμα είναι αυτό που κινεί τον κόσμο ως καλολαδωμένη μηχανή.

Μέσα από το βιβλίο του, αγγίζει το φαινόμενο Μαρξ όχι ως φαινόμενο, αλλά τον προσγειώνει στην ανθρώπινη διάστασή του και μας τον συστήνει εκτός από φιλόσοφο, ως σύζυγο, πατέρα και φίλο. Ως έναν απλό άνθρωπο, σε ένα φτωχικό σπίτι στο Σόχο, όπου κάθε λογής φιλόσοφοι και λόγιοι τον επισκέπτονταν και περνούσαν μέρες και νύχτες με εκείνον και τη γυναίκα του Τζένη και την κόρη τους Ελεονώρα. Η εικόνα της οικογένειας με τις μικρές και μεγάλες της στιγμές, μοιάζει να έχει συνεπάρει τον συγγραφέα μας και μαζί με εκείνον τον σκηνοθέτη του έργου, τον Άγγελο Αντωνόπουλο, που έχει αναλάβει επίσης τη δραματουργική επεξεργασία και ερμηνεύει τον μονόλογο.

Μέσα από μια άριστα δουλεμένη σκηνοθεσία με τη συμβολή της τέλεια επιμελημένης μετάφρασης του Άρη Λασκαράτου, η οποία έρχεται σε απόλυτη συμφωνία με το πνεύμα του έργου του συγγραφέα, ένας διαφορετικός, μα ταυτόχρονα ίδιος Μαρξ, πότε καθισμένος στα σκαλιά ή σε καρέκλες θυμάται με χιούμορ, πίκρα και νοσταλγία το παρελθόν, πότε όρθιος στη σκηνή, κηρύττοντας όλα όσα είχε πει και χρησιμοποιήθηκαν ή διαστρεβλώθηκαν σύμφωνα με τα συμφέροντα των άλλων, αγανακτεί, απορεί, θυμώνει και αναρωτιέται τι ακριβώς πήγε λάθος. Γιατί το κεφάλαιο ζει και βασιλεύει ακόμα; Γιατί η ιδέα της αλλοτρίωσης, ιδιαίτερα στο κοινωνικό επίπεδο, έχει βρει την πλήρη εφαρμογή της στη σύγχρονη εποχή; Τί πήγε στραβά στην υπέροχη περίοδο της Κομμούνας του Παρισιού το 1871; Γιατί κάθε μορφή αντίστασης, όσο ειρηνικά κι αν ξεκινά, πρέπει πάντα να πνίγεται στο αίμα;

44771179_112258279691739_5359955169196900352_nΌταν ένας τόσο σπουδαίος δημιουργός και καλλιτέχνης, όπως ο Άγγελος Αντωνόπουλος, έχει αναλάβει τη δραματουργική επεξεργασία και τη σκηνοθεσία αυτού του έργου, ουσιαστικά δραματοποιεί και σκηνοθετεί τον εαυτό του. Θεωρώ ότι όσο δύσκολο είναι να κατευθύνει ένας σκηνοθέτης τον ηθοποιό, ακόμα πιο δύσκολο είναι να αναλάβει κάποιος τρεις ρόλους ταυτόχρονα: του δραματοποιού, του σκηνοθέτη και του ηθοποιού. Δραματοποιώντας και σκηνοθετώντας λοιπόν, τον εαυτό του μέσα από έναν θεατρικό μονόλογο που κρατάει πάνω από μία ώρα, ο Άγγελος Αντωνόπουλος έκανε τη διαφορά.

Το ταλέντο, η εμπειρία και κυρίως η αγάπη για το καλό θέατρο, έχουν τη δύναμη να πάρουν έναν μονόλογο και να τον κάνουν μια παράσταση που μένει. Σοκαριστική η φυσική ομοιότητα του καλλιτέχνη μας με τον Καρλ Μαρξ, μια φιγούρα που μόνο θαυμασμό και δέος γεννάει, ρίχνεται σε έναν μονόλογο γεμάτο πάθος, χιούμορ, συγκίνηση, ανθρωπιά. Ένας άνθρωπος-φιλόσοφος, άνθρωπος όμως πρώτιστα, έρχεται ξανά εδώ και μας αποκαλύπτει επί σκηνής, γιατί όλα όσα είπε χρησιμοποιήθηκαν με τον λάθος τρόπο. Γιατί τελικά, ο άνθρωπος δεν είναι ακόμα έτοιμος να εφαρμόσει τις φιλοσοφικές αρχές που θεωρητικά (μόνο) υμνεί. Ο φιλόσοφος εν γένει καταλήγει αυτοεξόριστος, εξόριστος, πίνει οικειοθελώς το κώνειο ή τον σταυρώνουν. Η αγνή, ιδεαλιστική του θεωρία καταλήγει να μεταλλάσσεται ως μόρφωμα, από την αρχική αγνή της μορφή σε δικτατορία του προλεταριάτου, σε θρησκευτικό πόλεμο, σε διακρίσεις στο κοινωνικό επίπεδο (πλούσιοι-φτωχοί, παιδική εργασία, καθεστώς εργασιακής δουλείας, χαμηλοί μισθοί, ελλιπής ή και απούσα ιατρική περίθαλψη), κοντολογίς η πλήρης εφαρμογή της αλλοτρίωσης.  

Όλα τα παραπάνω είχε ως αποστολή να μας περάσει, τόσο ο φιλόσοφος, όσο και ο καλλιτέχνης μας μέσα από αναμνήσεις μιας ολόκληρης ζωής. Μιας ζωής μέσα σε ένα περιβάλλον, που θυμίζει και πάντα θα θυμίζει τη δομή της πιο σταθερής αξίας σε αυτόν τον κόσμο. Της οικογένειας.

Θεωρώ ότι όσο δύσκολο είναι να κατευθύνει ένας σκηνοθέτης τον ηθοποιό, ακόμα πιο δύσκολο είναι να αναλάβει κάποιος τρεις ρόλους ταυτόχρονα: του δραματοποιού, του σκηνοθέτη και του ηθοποιού. Δραματοποιώντας και σκηνοθετώντας λοιπόν, τον εαυτό του μέσα από έναν θεατρικό μονόλογο ο Άγγελος Αντωνόπουλος έκανε τη διαφορά.

44836568_347486602688663_8402757146986414080_nΑυτή τη δομή ήθελε ο Μαρξ για τους ανθρώπους όλου του κόσμου. Αυτή τη δομή μας προσέφερε στην πρεμιέρα του ο εκπληκτικός Άγγελος Αντωνόπουλος. Σε όλη τη διάρκεια του έργου ήμασταν τα παιδιά του, που μαζεμένα κοντά του τον ακούγαμε πότε γελώντας, πότε χαμογελώντας, πότε συγκινημένοι να μας ξετυλίγει το κουβάρι μιας ολόκληρης ζωής. Το πάθος του, η αμεσότητά του και κυρίως η βαθιά ανθρωπιά του, μας έκαναν να αγαπήσουμε τον άνθρωπο που κρυβόταν πίσω από τον θεωρητικό Μαρξ αφενός και αφετέρου, τον υπέροχο αυτό Έλληνα καλλιτέχνη που είχαμε την τιμή να δούμε σε αυτή τη λαμπρή πρεμιέρα.

Με το να σκηνοθετήσει τον ίδιο του τον εαυτό, μοιάζει να σκηνοθετεί και τον ίδιο τον φιλόσοφο και ομολογουμένως, σε κάποιες στιγμές οι ταυτότητες χάνονται και μένει μόνο το θέαμα, καθώς και ένα κοινό που το λατρεύει.

Η κριτική, σύμφωνα με τη γνώμη μου, σε καλλιτέχνες, όπως ο Άγγελος Αντωνόπουλος δε θα έπρεπε καν να ονομάζεται κριτική. Η εμπειρία του, ο χρόνος, η εργασία, το δόσιμό του στην τέχνη όλα αυτά τα χρόνια και κυρίως… η αξία του ως ηθοποιού, τον έχουν δικαιώσει σε ευφημισμούς και με το παραπάνω. Η δική μου «κριτική» ας είναι λοιπόν, μια μόνο λέξη: δέος και ας είναι περισσότερο μια ευχή που αφορά το μέλλον. Μακάρι να έχουμε την τιμή να τον δούμε ξανά κοντά μας σε αντίστοιχο θεατρικό έργο. Ως θεατής, ως δημοσιογράφος και κυρίως ως άνθρωπος, θα ήθελα να τον ευχαριστήσω από καρδιάς για την παράσταση που έδωσε για όλους εμάς.

44569169_630470387349269_7507978565736988672_nΗ άρτια σκηνοθεσία του θεατρικού μας ενισχύθηκε με την ιδιαίτερα σημαντική συμβολή των σκηνικών, των κοστουμιών, του ήχου και της μουσικής, καθώς και των φωτισμών. Τα μοντέρνα σκηνικά της σύγχρονης Νέας Υόρκης ήταν τεράστιες πολυκατοικίες, ένας νυχτερινός ουρανός μιας μεγαλούπολης, το φως από τα φανάρια του δρόμου να φωτίζουν γωνιές με μπάζα και σκουπίδια και έναν φιλόσοφο να κηρύττει, να θυμάται και να ονειρεύεται με κομψά ρούχα εποχής, μέσα σε ένα παιχνίδι χρονοχώρου που έπαιζε με φώτα και φωτισμούς. Για όλα αυτά, ας γίνει μνεία στον Γιώργο Ασημακόπουλο για τα σκηνικά και τα κοστούμια, στον Γιώργο Λυντζέρη για την επιμέλεια των σκηνικών και στον Βασίλη Κλωτσοτήρα για τους φωτισμούς και τα βίντεο που προβλήθηκαν. Πανέμορφα όλα τα παραπάνω και εντυπωσιακά.

Η μουσική επιμέλεια και η οργάνωση παραγωγής ανήκουν στη Βάνα Πεφάνη, η οποία με τη συμβολή της καθιστά ως ποιότητα την παράσταση αυτή, κάτι το ανώτατο και ιδιαίτερα ξεχωριστό.

Βλέποντας την παράσταση αυτή, μου δημιουργήθηκε η επιθυμία να δω τι θα είχαν να πουν και οι άλλοι φίλοι, συγγενείς και συναγωνιστές του Μαρξ. Ο Ένγκελς, ο Μπακούνιν, οι εκπρόσωποι της γαλλικής Κομμούνας… αν ήταν άραγε κι αυτοί μαζί με τον Μαρξ ξανά στη γη, τί ακριβώς θα έκαναν και κυρίως… θα επαναλάμβαναν το παρελθόν;

Με αυτές τις σκέψεις, φεύγοντας από το θέατρο μεταφέρθηκα στην ελληνική πραγματικότητα, που μου θύμισε το σκηνικό του έργου. Βράδυ σε μια μεγαλούπολη με τους μακρινούς θορύβους, φώτα στα παράθυρα, γάτες σε σκουπίδια και το φωτεινό σημείο του Μεταξουργείου, το θέατρο «Άλμα», να με κοιτά με το βλέμμα του Καρλ Μαρξ σε κόκκινο φόντο. Πάντα σε κόκκινο. Σαν να καλεί όλους εμάς και όλους εσάς να πάτε να συνομιλήσετε μαζί του. Πιστέψτε με… έχετε να μάθετε πολλά πράγματα από αυτόν…

Η κριτική σε καλλιτέχνες, όπως ο Άγγελος Αντωνόπουλος δε θα έπρεπε καν να ονομάζεται κριτική. Η εμπειρία του, ο χρόνος, η εργασία, το δόσιμό του στην τέχνη όλα αυτά τα χρόνια και κυρίως… η αξία του ως ηθοποιού, τον έχουν δικαιώσει σε ευφημισμούς και με το παραπάνω. Η δική μου «κριτική» ας είναι λοιπόν, μια μόνο λέξη: δέος.

44665788_1213279902157005_8307931566240169984_nΤαυτότητα παράστασης:

Ερμηνεύει ο Άγγελος Αντωνόπουλος.

Μετάφραση: Άρης Λασκαράτος
Σκηνοθεσία: Άγγελος Αντωνόπουλος
Δραματουργική επεξεργασία: Άγγελος Αντωνόπουλος
Σκηνικά-κοστούμια: Γιώργος Ασημακόπουλος
Επιμέλεια σκηνικού: Γιώργος Λυντζέρης
Μουσική επιμέλεια-οργάνωση παραγωγής: Βάνα Πεφάνη
Φωτισμοί-video: Βασίλης Κλωτσοτήρας
Επεξεργασία video: Νίκος Γιαβρόπουλος
Φωτογραφίες: Παύλος Φυσάκης
Δημιουργικό έντυπου υλικού: Γιάννης Καρδάσης

Πληροφορίες:

Πρεμιέρα: Από τις 12 Οκτωβρίου 2018.
Ημέρες και ώρες παραστάσεων: Παρασκευή και Σάββατο: 21.00-Κυριακή: 19.30.

Τιμές εισιτηρίων:
Γενική είσοδος: 15 ευρώ
Ανέργων, φοιτητικό και άνω των 65: 10 ευρώ

Διάρκεια: 75 λεπτά χωρίς διάλειμμα.

Προπώληση: στο ταμείο του θεάτρου «Άλμα» (Αγίου Κωνσταντίνου και Ακομινάτου 15- 17 Μεταξουργείο, τηλέφωνο ταμείου: 210 5220100 και στο www.viva.gr

Θέατρο «Άλμα» (Β’ Σκηνή).
Διέυθυνση: Ακομινάτου 15-17
Περιοχή: Μεταξουργείο
Τηλέφωνο: 215 5055935

44694800_512457009229876_7215878243662954496_n

Αγγελική Μπάτσου

Αγγελική Μπάτσου

Γεννήθηκα πριν αρκετά καλοκαίρια (κι άλλους τόσους χειμώνες)στην Αθήνα. Είχα την τιμή να μεγαλώσω στους Αγ.Αναργύρους,όπου έζησα τα ομορφότερα παιδικάχρόνια σε μια τεράστια αυλή,παρέα με τα γατιά μου και δυο ζευγάρια παππούδες και γιαγιάδες που πάντα θα υπεραγαπώ.Έπειτα ήρθε η Γαλλική Φιλολογία,επιπλέον σπουδές σε γλώσσα και μετάφραση και η οικογένεια. Δεν σταμάτησα όμως ποτέ να είμαι παιδί της ποίησης,της λογοτεχνίας,της ζωγραφικής και της μουσικής και το όνειρό μου από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου,ήταν να ταξιδέψω σ’όλο τον κόσμο και ιδιαίτερα στο Θιβέτ!
Σ’όλο τον κόσμο τελικά δεν μπόρεσα να πάω...κατόρθωσα όμως να φανταστώ και να χαράξω τα ίχνη αυτού μέσα από ταμονοπάτια της ποίησης,της λογοτεχνίας και της φαντασίας. Αγαπημένος μου συγγραφέας ο Έντγκαρ Άλλαν Πόε,αγαπημένος ποιητής ο Ουϊλιαμ Μπλέϊκ,ο Μπωντλαίρ και ο Απολιναίρ, αγαπημένος ζωγράφος ο Βαν Γκογκ και ο Γκουστάβ Κλιμπ.
Αγγελική Μπάτσου