Το θέατρο είναι ένα ζωντανός οργανισμός. Διαμορφώνεται από την κοινωνία, αλλά και την διαμορφώνει. Από τα πανάρχαια χρόνια, η ανάγκη του ανθρώπου να βλέπει θέατρο είναι μεγάλη και ζωτικής σημασίας.

Συνέντευξη στην Αγγελική Μπάτσου

-Πείτε μας για τη θεατρική σας ομάδα που ακούει στο όνομα ΑΝΙΜΑ. Πώς ξεκίνησε, με ποιους ξεκίνησε και την εν γένει πορεία της ως τώρα.

Ρουμπίνη Μοσχοχωρίτη: Η ομάδα αυτή είχε ήδη ξεκινήσει πιο ελεύθερα πριν τις σπουδές μου στο Λονδίνο, ύστερα βρεθήκαμε κάποιοι συνεργάτες και ανεβάσαμε μια devised performance, το «Ιούλιος Καίσαρας scripta femina» και έπειτα η ομάδα άρχισε να έχει την τωρινή της μορφή, δουλεύοντας την «Έξοδο», κατόπιν το «Ζητιάνο» και τώρα το τωρινό θεατρικό. Είναι η τρίτη μας δουλειά με την Κατερίνα, από τη στιγμή που αποφασίσαμε να συνεργαστούμε και να αναλάβουμε μαζί την ομάδα. Ουσιαστικά, αυτό που θέλαμε πάντα ήταν να έχουμε δύο στόχους: ο ένας αφορά τη φόρμα και ο άλλος τη θεματολογία.

Η ως τώρα θεματολογία μας κυμαίνεται σε ελληνικά κείμενα και αυτό ήταν κάτι σκόπιμο ευθύς εξαρχής, γιατί νιώσαμε και οι δύο την αναπόδραστη ανάγκη να δουλέψουμε πάνω σε ελληνικά έργα. Η κρίση που επικρατεί, μας οδήγησε στο να θέλουμε να ψάξουμε το παρελθόν μιας χώρας και ταυτόχρονα το δικό μας ως πολίτες αυτής. Αυτό δε σημαίνει βέβαια ότι δε μελετάμε ή δε δουλεύουμε πάνω σε άλλα κείμενα.

Όσων αφορά τον πρώτο στόχο, σκοπός μας ήταν δουλέψουμε πάνω σε καινούργιες μορφές παρουσίασης, μια και προσπαθούμε να παντρέψουμε το κλασικό με το μοντέρνο, τόσο όσον αφορά τη φόρμα, όσο και την κίνηση των ηθοποιών και την υποκριτική τους. Ξεκινώντας αντίστροφα, προσπαθούμε αρχικά να δουλέψουμε μέσα από το σώμα, να πάμε έπειτα στο κείμενο και την υποκριτική και τελικά στους χαρακτήρες, παντρεύοντας επιτυχημένα τις δύο αυτές τάσεις (κλασικό και μοντέρνο).

Κατερίνα Μπιλάλη: Όλα μας τα έργα μέχρι στιγμής, έχουν ως κέντρο τη γυναίκα. Την Ελληνίδα γυναίκα, τις σχέσεις της με τα κοινωνικά και ιστορικά συμφραζόμενα και φυσικά τη σχέση της με το άλλο φύλο. Τα ερωτήματα που διερευνούμε, μέσα από τα έργα που παρουσιάζουμε θεατρικά είναι: ποιά είναι η θέση της μέσα στην ανδροκρατούμενη κοινωνία ανά τους αιώνες; Ποιός ο ρόλος της και η εξέλιξή αυτού στο πέρασμα του χρόνου; Τελικά πόσο έχει επιτευχθεί η ισοτιμία μεταξύ των δύο φύλων;

Ρουμπίνη: Βάσει των λεχθέντων, τόσο εγώ ως σκηνοθέτις και η Κατερίνα ως ηθοποιός, ούσες γυναίκες ενδιαφερόμαστε να φωτίσουμε κυρίως τη γυναικεία πλευρά, τη γυναικεία πνευματικότητα, τον θηλυκό εγκέφαλο και βέβαια να φτάσουμε και στον άντρα, μια και αυτά τα δύο (άντρας και γυναίκα) πρέπει να είναι σε συνεργασία. Εν μέσω κρίσης θελήσαμε να βρούμε πώς φτάσαμε ως εδώ… ποιοι είναι οι λόγοι. Όχι μόνο οι οικονομικοί, αλλά κυρίως οι κοινωνικοί που έχουν οδηγήσει τα πράγματα ως εδώ.

Όταν υπάρχει αμοιβαία εμπιστοσύνη, εκτίμηση και αποδοχή, ξεκινάει μια υπέροχη διαδρομή χτισίματος ρόλου και παράστασης, προσθέτοντας ο ένας πάνω στην ψυχοσωματική κατάθεση του άλλου.

50196276_361341301313456_9129283992187568128_n-Πείτε μας κάποια λόγια για την υπόθεση του συγκεκριμένου θεατρικού. Υπό ποιά επιθυμία και σκέψη αποφασίσατε να το ανεβάσετε επί σκηνής;

Ρουμπίνη: Νιώσαμε ότι το έργο αυτό αποτελεί μια ομαλή χρονολογική μετάβαση, η οποία εγκαινιάστηκε με την «Έξοδο» (1821), έπειτα με τον «Ζητιάνο» (λίγο πριν τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο) και τώρα με το «Γαμήλιο Εμβατήριο» είμαστε στη δεκαετία του΄30, στη διάρκεια του μεσοπολέμου.

Κατερίνα: Το έργο αυτό το είχε ανεβάσει πιο παλιά η Μαρίκα Κοτοπούλη με την Μαίρη Αρώνη, αλλά γενικά είναι ένα έργο που δεν έχει ανέβει στη σκηνή πολλές φορές. Παρότι η υπόθεση έχει εξαιρετικό ενδιαφέρον, αφού αναφέρεται σε ενδοοικογενειακές σχέσεις και κοινωνικά προκαθορισμένες αφετηρίες. Στον Τερζάκη, μοίρα είναι οι προκαταλήψεις της κοινωνίας. Ενδιαφέρον έχει και το γεγονός ότι ο Τερζάκης εμπνεύστηκε από τον Τσέχωφ και γι’ αυτό η δημιουργία μιας μελαγχολικής ατμόσφαιρας, όπως και η σημαντικότητα της μουσικής, αποτελούν βασικά στοιχεία. Η δυσκολία του έγκειται στο ότι πρέπει να συνδέσουμε αυτό το «τότε», που ίσως φαντάζει και κάπως πεπαλαιωμένο, με το «τώρα». Γι’ αυτό δουλέψαμε αυτοσχεδιαστικά σε μορφή πειραματισμού, για να υπάρξει ακριβώς αυτή η σύνδεση. Για να κάνουμε ένα κείμενο του 1936 να αφορά και το σήμερα.

Ρουμπίνη: Νομίζω ότι δουλέψαμε πραγματικά πάρα πολύ, ώστε να γίνει οργανικά όλη αυτή η μετάβαση. Δεν κάναμε μοντερνιές, όπως λόγου χάρη να αλλάξουμε τον λόγο, αλλά προσπαθήσαμε αυτό που βλέπει κάποιος στη σκηνή να αφορά το σήμερα. Επίσης, οι αντιδράσεις των ηθοποιών να έχουν την αίσθηση ότι είναι ακριβώς ίδιες με εκείνες της σύγχρονης εποχής. Οι χαρακτήρες είναι δουλεμένοι ώστε να αναγνωρίζουμε τα σημερινά στοιχεία του δικού μας ψυχισμού, αποτυπωμένα με έντεχνο τρόπο στους εκάστοτε ρόλους των ερμηνευτών.

-Πιστεύετε ότι οι κοινωνικές συνθήκες της εποχής του΄30 μοιάζουν κατά κάποιο τρόπο με τις σημερινές συνθήκες;

Κατερίνα: Ενώ σε πρώτο επίπεδο και επιπόλαια μπορεί να πει κανείς ότι δε γίνονται αυτά τα πράγματα σήμερα, αν μπεις σε βαθύτερη σκέψη και κάνεις τις αναγωγές θα δεις πως τα βλέπεις καθημερινά και τα ακούς στις ειδήσεις. Η πατριαρχία καλά κρατεί, ο συντηρητισμός επίσης. Για παράδειγμα, η ηρωίδα που υποδύομαι χτυπάει την κοιλιά της με μανία και στο τέλος αυτοκτονεί, γιατί κάποιος την άφησε έγκυο και την παράτησε. Στις ειδήσεις ακούμε κατά καιρούς για κοπέλες που για να αποφύγουν την κοινωνική κατακραυγή, πετούν το μωρό που έκαναν εκτός γάμου στα σκουπίδια και έχουμε 2018! Είναι γνωστό ότι οι κοινωνικές αλλαγές γίνονται βασανιστικά αργά, όμως σ’ αυτό το θέμα είμαι απαισιόδοξη. Πιστεύω ότι όσο δεν υπάρχει παιδεία πάνω στο ζήτημα των έμφυλων σχέσεων, οι μάνες θα γαλουχούν τα παιδιά τους με τις ίδιες πατριαρχικές πεποιθήσεις.

Ρουμπίνη: Δεν υπάρχουν ομοιότητες με τη στενή έννοια του όρου. Βέβαια η οικονομική κατάσταση τότε ήταν εξίσου δύσκολη με σήμερα, μιας και υπήρχε πολύ μεγάλη φτώχεια, ειδικά στην επαρχία. Αλλά δε νομίζω ότι το έργο επικεντρώνεται τόσο σε αυτό. Ο Τερζάκης θέλει να μιλήσει για την οικογένεια μέσα στην ελληνική κοινωνία. Θέλει να πει ότι η ελληνική επαρχία στη συγκεκριμένη εποχή αντανακλά την Αθήνα, λειτουργώντας όμως ως ο αντίποδας αυτής. Αν λόγου χάρη η επαρχία εκφράζει μια συγκεκριμένη συνθήκη, η Αθήνα εκφράζει το αντίθετό της.

Στο έργο μας, εκείνη η κοινωνία είναι μια πολύ συντηρητική κοινωνία με πολλές αγκυλώσεις. Αυτό έχει ομοιότητες με το σήμερα, αν κρίνουμε από τον τρόπο που φερόμαστε στους μετανάστες και τους πρόσφυγες, από τον τρόπο που φερόμαστε αναμεταξύ μας και όλο αυτό καταλήγει φυσικά και στις σχέσεις μας μέσα στην οικογένεια. Συνήθως ισχύει το ίδιο μοτίβο: ο άντρας είναι αυτός που φωνάζει στη γυναίκα, η γυναίκα θα κάνει υπομονή ή θα υποχωρήσει. Τα τυπικά κλισέ υπάρχουν ακόμα, τόσο στις σχέσεις ανάμεσα στο ζευγάρι, όσο και στην οικογένεια και την ελληνική κοινωνία που είναι ακόμα γεμάτη ιδεοληψίες και θρησκοληψίες. Αργούμε πολύ να κάνουμε τις αλλαγές μέσα μας και αυτό είναι τελικά και το μεγαλύτερό μας πρόβλημα.

Ο άντρας και η γυναίκα λειτουργούν με διαφορετικό τρόπο. Αυτό είναι δεδομένο. Διαφορετικά κέντρα του εγκεφάλου δίνουν εντολές στον άντρα, διαφορετικά στη γυναίκα. Υπάρχει επίσης και η διαπαιδαγώγηση από την Ελληνίδα μάνα, που οδηγεί στο να μην μπορεί να συγκρατήσει ο άντρας την ενέργειά του και τον θυμό του και να μην μπορεί να διαχειριστεί τα πράγματα με τη σωστή ψυχραιμία. Αυτό λείπει από την Ελλάδα, ενώ στη δύση δεν είναι το ίδιο.

Νιώσαμε και οι δύο την αναπόδραστη ανάγκη να δουλέψουμε πάνω σε ελληνικά έργα. Η κρίση που επικρατεί, μας οδήγησε στο να θέλουμε να ψάξουμε το παρελθόν μιας χώρας και ταυτόχρονα το δικό μας ως πολίτες αυτής.

29180574861_2665d8b331_o-Πώς είναι η αίσθηση μια γυναίκα-σκηνοθέτις να σκηνοθετεί μια άλλη γυναίκα-ηθοποιό; Δεδομένης της κοινής φύσης και κοινών εμπειριών, καθίσταται όλο αυτό πιο εύκολο; Το ίδιο ισχύει ως ερώτηση και για την ηθοποιό σε σχέση με τη σκηνοθέτη.

Ρουμπίνη: Ένας σκηνοθέτης οφείλει να κατανοήσει και να διαβάζει και τις δύο πλευρές, την ανδρική και τη γυναικεία. Ως ομάδα, θέλαμε να προβάλουμε τη γυναικεία φωνή και οι παραστάσεις μας είναι φτιαγμένες έτσι ώστε να βιώνονται καταστάσεις από τη γυναικεία πλευρά και παίζουν ως επί το πλείστον γυναίκες ηθοποιοί. Η «Έξοδος» ήταν μόνο με γυναίκες ηθοποιούς, στον «Ζητιάνο» είχαμε δύο άντρες και στο τωρινό έργο είναι πέντε γυναίκες και ένας άντρας, που παίζει όλους τους υπόλοιπους ανδρικούς ρόλους. Με αυτόν τον τρόπο τονίζεται περισσότερο ο συμβολισμός της εν γένει ανδρικής συμπεριφοράς. Προσωπικά, ως σκηνοθέτις αρέσκομαι να δουλεύω και με άντρες και με γυναίκες. Σίγουρα αγαπώ πολύ τις γυναίκες, μου αρέσει να δουλεύω μαζί τους, τις κατανοώ και για εμένα όλο αυτό είναι ένα ωραίο ταξίδι.

Κατερίνα: Από την πλευρά του ηθοποιού δεν έχει τόση σημασία αν είναι κάποιος άντρας ή γυναίκα, όσο η γενικότερη συνεργασία. Εννοώ ότι τα βρίσκω καλύτερα με τις γυναίκες, έχουμε αμεσότερη επικοινωνία. Το πιο σημαντικό σ’ αυτή τη σχέση ηθοποιού-σκηνοθέτη είναι να έχεις κάτι να δημιουργήσεις. Όταν υπάρχει αμοιβαία εμπιστοσύνη, εκτίμηση και αποδοχή, ξεκινάει μια υπέροχη διαδρομή χτισίματος ρόλου και παράστασης, προσθέτοντας ο ένας πάνω στην ψυχοσωματική κατάθεση του άλλου. Μ’ αυτόν τον τρόπο, αν ευτυχήσει η συνεργασία και διαρκέσει μέσα στο χρόνο, υπάρχει η εξέλιξη και ανακάλυψη όμορφων μονοπατιών στην τέχνη μας. Άρα θα συμφωνήσω ότι δεν παίζει ρόλο το φύλο, αλλά ο καλλιτεχνικός στόχος.

-Από σκηνοθετική άποψη, ποιά ήταν τα στοιχεία που προσθέσατε, αφαιρέσατε ή μεταβάλλατε στο έργο αυτό και τί ακριβώς θέλετε να περάσετε μέσω της συγκεκριμένης παράστασης;

Ρουμπίνη: Μέσω του έργου ήθελα να μιλήσω για τη γυναίκα που επαναστατεί πρώτη φορά, μια που ως γνωστόν όλες οι πρώτες επαναστάσεις ποτέ δεν έχουν αίσιο τέλος και δεν ευοδώνουν από την αρχή. Χρειάζονται αρκετές επαναστάσεις μέχρι να επέλθει μια ουσιαστική αλλαγή στα κοινωνικά δεδομένα. Με αυτό το θεατρικό θέλαμε να μιλήσουμε γι΄αυτό και φυσικά για την ελληνική κοινωνία ως σύνολο. Σ’ αυτή λοιπόν την προσπάθεια, δουλέψαμε πολύ με το κείμενο. Δεν προσθέσαμε σύγχρονες εκφράσεις, αφαιρέσαμε πολλά μελοδραματικά στοιχεία ή κομμάτια λόγου που δε χρησιμοποιούνται σήμερα, διατηρώντας όμως ταυτόχρονα ένα σεβασμό απέναντι στο κείμενο του Άγγελου Τερζάκη. Δεν το αλλοιώσαμε μεν, προσπαθήσαμε δε να δώσουμε ένα σύγχρονο στοιχείο πάνω στους χαρακτήρες κάνοντας αναφορά σε ανθρώπους σαν αυτούς που βλέπουμε γύρω μας στην τωρινή χρονική στιγμή. Για παράδειγμα, ήθελα να δούμε στον άντρα του έργου έναν άντρα που συναντά κανείς και σήμερα. Κινησιολογικά επίσης η παράσταση επικεντρώνεται στο παρόν, γι΄αυτό δώσαμε αρκετή κίνηση σ’ όλο το έργο παρουσιάζοντας την οικογένεια γύρω από ένα τραπέζι, μια εικόνα που ακόμα τη συναντά κανείς στις μέρες μας.

Η αυτοσυνειδησία είναι κάτι που σίγουρα πρέπει να κρατήσουμε. Η αλληλεγγύη και η έγνοια για τον διπλανό μας θα πρέπει να υπάρχει όχι μόνο όταν μας ενώνουν τραγικά γεγονότα, αλλά πάντα. Αυτό που πρέπει να πετάξουμε είναι ο πεσιμισμός και η μελαγχολία που έφεραν αυτά τα χρόνια.

49348735_362362087914565_4832035355588820992_n-Μέσω της πορείας του όλα αυτά τα χρόνια, τί νέο πιστεύετε ότι έχει να προσφέρει το θέατρο στον ελληνικό χώρο;

Ρουμπίνη: Με τόσες πολλές παραστάσεις που παίζονται είναι όντως ένα σύνθετο θέμα, μιας και στον συγκεκριμένο χώρο γίνονται πολλές αρπαχτές και λόγω της δύσκολης κατάστασης που γενικά επικρατεί. Πρόκειται πάντως για ένα μπλεγμένο κοινωνικοπολιτικό τοπίο μαζί μ’ ένα εξίσου μπλεγμένο θεατρικό τοπίο. Σίγουρα οι επιλογές μας ως δημιουργοί-σκηνοθέτες, επηρεάζονται από την επιθυμία του να μη μοιάζουμε σε κάποιους που κάνουν κάτι αντίστοιχο. Άρα πρέπει να παλέψει κάποιος να βρει τι θέλει να κάνει και να είναι και ξεχωριστό. Πάλι μπέρδεμα. Τελικά αν έχεις να πεις κάτι πολύ προσωπικό, τότε μπορεί και να διαφέρεις.

Κατερίνα: Το θέατρο είναι ένα ζωντανός οργανισμός. Διαμορφώνεται από την κοινωνία, αλλά και την διαμορφώνει. Από τα πανάρχαια χρόνια, η ανάγκη του ανθρώπου να βλέπει θέατρο είναι μεγάλη και ζωτικής σημασίας. Στην Ελλάδα και ειδικά στην Αθήνα, η αλήθεια είναι ότι γίνονται «άπειρες» παραστάσεις και αρκετές από αυτές είναι πολύ καλές. Σίγουρα απ’ την πλευρά του θεατή είναι δύσκολο, όταν πρέπει να διαλέξει μία στις δύο χιλιάδες περίπου παραστάσεις που παίζονται. Το θετικό σ’ αυτήν την κατάσταση απ’ την πλευρά των δημιουργών, είναι ότι ο συναγωνισμός σε κάνει να ξεπερνάς τον εαυτό σου και δουλεύεις διπλάσια για να παρουσιάσεις το καλύτερό σου αποτέλεσμα. Επίσης, στα θετικά βάζω και τις ομάδες των νεότατων αποφοίτων των δραματικών σχολών, που κάνουν το βήμα να παρουσιάσουν το ταλέντο τους και να καταθέσουν το δικό τους φρεσκότατο λόγο. Το θέατρο στην Ελλάδα βρίθει ταλαντούχων ανθρώπων, από συγγραφείς, σκηνοθέτες, ηθοποιούς, σκηνογράφους, μουσικούς, φωτιστές και έχει να προσφέρει στο μέλλον τη ζητούμενη «κάθαρση».

-Ποιές ηθικές αξίες πιστεύετε ότι έχουν δοκιμαστεί στα χρόνια της κρίσης; Ποιές αξίζει να διατηρήσουμε; Τί πρέπει να πετάξουμε από πάνω μας;

Κατερίνα: Τα χρόνια της κρίσης ήταν ένα γερό χαστούκι σε όλους μας, για να βγούμε από το ροζ συννεφάκι ότι όλα είναι καλά. Η αυτοσυνειδησία είναι κάτι που σίγουρα πρέπει να κρατήσουμε. Η αλληλεγγύη και η έγνοια για τον διπλανό μας θα πρέπει να υπάρχει όχι μόνο όταν μας ενώνουν τραγικά γεγονότα, όπως η πυρκαγιά το καλοκαίρι που πραγματικά δείξαμε την φιλευσπλαχνία μας, αλλά πάντα. Αυτό που πρέπει να πετάξουμε είναι ο πεσιμισμός και η μελαγχολία που έφεραν αυτά τα χρόνια, που οδήγησαν πολλούς συνανθρώπους μας στην αυτοκτονία.

Ρουμπίνη: Πιστεύω ότι οι Έλληνες δεν έχουμε μάθει να λειτουργούμε μαζί, δεν έχουμε μάθει ν’ ακούμε επίσης και να χρησιμοποιούμε τη λέξη «συμβιβασμός». Δεν υπάρχει στο λεξιλόγιο του Έλληνα η λέξη αυτή. Θεωρούμε ότι είναι μια λέξη αρνητική, αλλά δεν είναι γιατί εμπεριέχει το δίνω και παίρνω κάτι πίσω. Ουσιαστικά συνδιαλέγομαι. Στην κρίση φάνηκε αρχικά ότι θα υπάρξει ομαδικότητα, αλλά έτσι όπως εξελίχθηκαν τα πράγματα δεν ευόδωσε. Αν όλες αυτές οι δυσκολίες που έχουμε αντιμετωπίσει μας βγάλουν κάποια στιγμή στ’ ανοιχτά, πιστεύω ότι θα φανεί μόνο στο τέλος.

Σκοπός μας ήταν δουλέψουμε πάνω σε καινούργιες μορφές παρουσίασης, μια και προσπαθούμε να παντρέψουμε το κλασικό με το μοντέρνο, τόσο όσον αφορά τη φόρμα, όσο και την κίνηση των ηθοποιών και την υποκριτική τους.

28636238564_82c4c79cc6_o-Κατερίνα, ποιός είναι ο ρόλος σου στο θεατρικό αυτό έργο; Ποιά στοιχεία του χαρακτήρα του έρχονται σε συμφωνία με τον χαρακτήρα σου και ποιά όχι;

Κατερίνα: Ο ρόλος μου είναι η Μαρίνα, μία από τις τέσσερις κόρες της οικογένειας Μαρκογιάννη. Ο πατέρας της Μαρίνας ήταν δήμαρχος και υποψήφιος βουλευτής του τόπου. Έχουμε μεγαλώσει υπό τη σκιά του και η μοίρα μας είναι προδιαγεγραμμένη: να παντρευτούμε και να κάνουμε παιδιά. Η Μαρίνα όμως επαναστατεί. Θέλει να σπουδάσει, να φύγει από το χωριό, να δουλέψει και να μην εξαρτάται από κανέναν άντρα. Ως Κατερίνα έχω κι εγώ μανία με το διάβασμα, θέλω να είμαι ανεξάρτητη και ενστερνίζομαι πλήρως τις φεμινιστικές ιδέες της Μαρίνας. Ως Κατερίνα λοιπόν, θα έπαιρνα τη βαλίτσα μου και θα έφευγα για την Αθήνα. Εκείνη όμως, περιμένει τον άντρα σωτήρα που θα την πάρει από το χωριό. Σε αντίθεση με τη θεωρία της, είναι αγκιστρωμένη στην ανδρική προστασία λόγω των βαθιά ριζωμένων προκαταλήψεων μέσα της. Θέλω να πιστεύω ότι σ’ αυτό διαφέρω, αν και είναι πέρα από τις δυνάμεις μας μερικές φορές αυτός ο αφομοιωμένος συντηρητισμός.

-Ποιά είναι τα όνειρά σας για το μέλλον, τόσο ως καλλιτέχνες, όσο και ως άνθρωποι;

Κατερίνα: Θα ήθελα να μπορώ να ζω αξιοπρεπώς από τη δουλειά μου και να μην αναγκάζομαι να κάνω καμία άλλη. Να αφοσιωθώ και να εξελίσσομαι ως ηθοποιός με σημαντικούς ρόλους. Η μόρφωση επίσης είναι πολύ σημαντική για μένα και δεν τελειώνει ποτέ, όπως και η υποκριτική εξέλιξη. Ο ρόλος της μάνας είναι ένα κομμάτι που δίνω τη μεγαλύτερη σημασία, αλλά και γενικότερα οι σχέσεις μου με τους ανθρώπους που αγαπώ να φροντίζω να είναι όσο πιο ισορροπημένες γίνεται. Στο μέλλον θα ήθελα να ασχοληθώ περισσότερο με τον εθελοντισμό, που θεωρώ ότι είναι ιερό λειτούργημα.

Ρουμπίνη: Αυτή τη στιγμή βιώνω έναν νέο ρόλο, αυτόν της μωρομάνας, έχω δηλαδή ένα κοριτσάκι 18 μηνών και θέλω να ζήσω μέχρι τα μπούνια αυτήν την εμπειρία και το πώς εξελίσσεται μια μικρή ανθρώπινη ζωούλα λίγων μηνών. Είμαι γεμάτη από αυτό.
Καλλιτεχνικά, είμαι πολύ χαρούμενη με τις δουλειές όπως εξελίσσονται τα τελευταία χρόνια και από τις επιλογές στις συνεργασίες μου. Μόνο η δουλειά και το ασίγαστο πάθος για αυτό που κάνεις, σε βγάζει στα ανοιχτά. Στην περίπτωση του θεάτρου, εγώ είμαι το μωρό που περπατάει και μεγαλώνει.

50394060_367679204058737_713808686828486656_n-Ποιά είναι τα μελλοντικά σας σχέδια, ενόψει της νέας χρονιάς που μόλις ξεκίνησε;

Ρουμπίνη: Αυτή τη στιγμή είμαστε πολύ αφοσιωμένοι σ’ αυτό που κάνουμε, οπότε έχει πολύ δρόμο μπροστά του. Έχω σκηνοθετήσει και το θεατρικό «Οδός Αβύσσου» του Λουντέμη που παίζει για δεύτερη χρονιά, πηγαίνει εξίσου πολύ καλά και συνεχίζει δυναμικά. Υπάρχουν κάποιες σκέψεις για πιο μετά, αλλά αυτή τη στιγμή δεν υπάρχει ακόμα κάτι οριστικό και ανακοινώσιμο.

Κατερίνα: Σκεφτόμαστε τη συνέχεια των παραστάσεων σε κάποιες μεγάλες πόλεις της Ελλάδας και γενικότερα το μέλλον αυτής της παράστασης, που έγινε μετά από πολύμηνες δημιουργικές πρόβες και με πολλή χαρά βλέπουμε τη θετική πρόσληψή της από τους μέχρι τώρα θεατές.

-Πείτε μας και για τους υπόλοιπους συντελεστές του θεατρικού. Μια μικρή παρουσίαση.

Κατερίνα: Είμαι πολύ χαρούμενη που παίζω με τόσο ταλαντούχους ηθοποιούς. Ο Κώστας Κάππας σε όλους τους αντρικούς ρόλους είναι μοναδικός, όπως επίσης και οι εξαιρετικές Κωνσταντίνα Μιχαήλ, Μαίρη Χήναρη, Γιώτα Τσιότσκα και Πέτρα Μαυρίδη. Ο Στάθης Δρογώσης μας έγραψε μια εξαίσια μουσική, που βοηθά στο χτίσιμο της ατμόσφαιρας. Τα πολύ ωραία κοστούμια τα έφτιαξε η Μαρία Παπαδοπούλου και τα λιτά σκηνικά η Δήμητρα Λιάκουρα. Την ιδιαίτερη κινησιολογία επιμελήθηκε η Ειρήνη Κλέπκου. Βοηθός σκηνοθέτη η πολύτιμη Ελένη Δενδρινού και δραματουργός μας ο Κωνσταντίνος Κυριακού.

-Και για το τέλος… μια ευχή για τον νέο χρόνο!

Ρουμπίνη: Πέρα από το «υγεία» το οποίο δεν είναι καθόλου κλισέ, μια και βλέπουμε πολλά πράγματα γύρω μας και μιλάω τόσο για ψυχική, όσο και σωματική υγεία, θα έλεγα «ψυχραιμία», «υπομονή», να αφουγκραζόμαστε περισσότερο ο ένας τον άλλο και να προσπαθούμε να μπούμε στα παπούτσια του.

Κατερίνα: Εύχομαι ισορροπία ψυχική και σωματική, έτσι ώστε να μπορέσουμε να συνυπάρξουμε. Αυτή πιστεύω ότι είναι όλη η ουσία. Η αρμονική συνύπαρξη. Να μην είμαστε μόνοι μας, πράγμα πολύ σημαντικό.
49678699_294129331247625_8493974809175130112_n

49815874_341207653149269_7040802354337153024_n
Συνέντευξη: Αγγελική Μπάτσου
Απομαγνητοφώνηση: Αγγελική Μπάτσου
Επιμέλεια: Μαρία Αγγέλου

Αγγελική Μπάτσου

Αγγελική Μπάτσου

Γεννήθηκα πριν αρκετά καλοκαίρια (κι άλλους τόσους χειμώνες)στην Αθήνα. Είχα την τιμή να μεγαλώσω στους Αγ.Αναργύρους,όπου έζησα τα ομορφότερα παιδικάχρόνια σε μια τεράστια αυλή,παρέα με τα γατιά μου και δυο ζευγάρια παππούδες και γιαγιάδες που πάντα θα υπεραγαπώ.Έπειτα ήρθε η Γαλλική Φιλολογία,επιπλέον σπουδές σε γλώσσα και μετάφραση και η οικογένεια. Δεν σταμάτησα όμως ποτέ να είμαι παιδί της ποίησης,της λογοτεχνίας,της ζωγραφικής και της μουσικής και το όνειρό μου από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου,ήταν να ταξιδέψω σ’όλο τον κόσμο και ιδιαίτερα στο Θιβέτ!
Σ’όλο τον κόσμο τελικά δεν μπόρεσα να πάω...κατόρθωσα όμως να φανταστώ και να χαράξω τα ίχνη αυτού μέσα από ταμονοπάτια της ποίησης,της λογοτεχνίας και της φαντασίας. Αγαπημένος μου συγγραφέας ο Έντγκαρ Άλλαν Πόε,αγαπημένος ποιητής ο Ουϊλιαμ Μπλέϊκ,ο Μπωντλαίρ και ο Απολιναίρ, αγαπημένος ζωγράφος ο Βαν Γκογκ και ο Γκουστάβ Κλιμπ.
Αγγελική Μπάτσου