Γράφει η Αγγελική Μπάτσου

Βρεθήκαμε στον Τεχνοχώρο «Φάμπρικα» στο Γκάζι, για να παρακολουθήσουμε την παράσταση «Χρωματιστές γυναίκες» του συγγραφέα Βασίλη Ζιώγα από τη νεοσύστατη ομάδα Bow, με ιδρυτικά μέλη την Τίνα Τζάθα και την Κάλλυ Κυριακού, oι οποίες είναι και οι πρωταγωνίστριες του έργου. Aξίζει να σημειωθεί ότι αν και αυτή είναι η πρώτη τους προσπάθεια απόδοσης ενός θεατρικού, το κοινό έδωσε ήδη την ετυμηγορία του. Η ομάδα κέρδισε το Δεύτερο Βραβείο κοινού και λόγω μεγάλης ζήτησης, έξι ακόμα παραστάσεις και πολλές εκπλήξεις περιμένουν όλους τους θεατές σε κάθε παρουσίαση του έργου που θα γίνει στον ίδιο χώρο (Τεχνοχώρος «Φάμπρικα»). Οι ημερομηνίες που θα παίξουν οι συγκεκριμένες παραστάσεις, θα ανακοινωθούν σύντομα.

Λίγα λόγια για το έργο:

Η Έλλη και η Άννα, δυο αδερφές, βρίσκονται μετά από χρόνια στο πατρικό τους σπίτι στο νησί, αντιμέτωπες η μία με την άλλη και η καθεμία με τον ίδιο της τον εαυτό. Η σχέση που λειτουργεί ως καθρέφτης, αφήνεται κάποιες στιγμές να θρυμματιστεί και τα ψήγματα συνθέτουν με παράταιρο, σχεδόν αποτρόπαιο τρόπο, τον ψυχισμό της καθεμιάς και την αναμεταξύ τους σχέση, τονίζοντας όμως όλο και πιο πολύ τα παράλληλα σύμπαντα που υπάρχουν, τόσο σε προσωπικό επίπεδο, όσο και στη σχέση του ενός ψυχισμού με τον άλλο.

IMG_0020Η κριτική μας:

Ο Βασίλης Ζιώγας, ο συγγραφέας του έργου, θεωρείται ως ένας από τους καλύτερους εκπροσώπους του ποιητικού θεάτρου. Αν και δεν ακολουθεί πιστά τη ρίμα ή τους κανόνες της καθαρά ποιητικής θεατρικής γραφής, το έργο του σίγουρα κρατάει πολλά στοιχεία αρχαίου δράματος, τα οποία παντρεύονται ως λόγος με επιρροές από τον υπερρεαλισμό, την ψυχανάλυση και το θέατρο του παραλόγου, δημιουργώντας κάτι εντελώς ξεχωριστό.

Εκείνο που ξεχωρίζει το συγκεκριμένο θεατρικό έργο, είναι η ελευθερία ερμηνείας αυτού. Για κάποιους, πραγματεύεται τη σχέση ανάμεσα σε δύο αδερφές. Για άλλους, η μία αδελφή είναι ζωντανή και συνομιλεί με το φάντασμα της άλλης. Για κάποιους άλλους, η πρωταγωνίστρια απλά συζητά με το alter ego της. Σημασία όμως δεν έχουν αυτά καθαυτά τα πρόσωπα και οι εκάστοτε συνθήκες, που το κοινό τις ερμηνεύει κατά το δοκούν, αλλά η υπαρξιακή σύγκρουση που υπήρχε, υπάρχει και πάντα θα υπάρχει στην ανθρώπινη ψυχή και θα καθορίζει τη συνολική της πορεία μέσα στο χρόνο. Είτε ως άτομο, είτε ως κοινωνική δυναμικότητα στο πλαίσιο μιας σχέσης.

Πώς από τη στιγμή που βιώνουμε το παρόν και το παρελθόν έχει ήδη πεθάνει, είμαστε δέσμιοι αυτού; Ποιά είναι τελικά η απόκοσμη, σχεδόν εξωπραγματική δύναμή του; Τί μας κρατά δέσμιους αυτού;

Είναι προφανώς οι αναμνήσεις, τα προσωπικά και κοινά βιώματα, τα συναισθήματα, οι μικρές στιγμές που προσπαθούμε με κάθε μέσο να τις ξαναζωντανέψουμε κάποια στιγμή, να τις χρησιμοποιήσουμε ως σημείο αναφοράς, ως άγκυρα και γέφυρα για το άγνωστο μέλλον. Με αυτόν τον τρόπο ξεκινά και το έργο μας… με μια γλάστρα από λουλούδια και τη νοητή εικόνα ενός κήπου σε ένα πατρικό, αρχέτυπο σπίτι. Ένα σπίτι, το οποίο είναι μια θεατρική σκηνή μέσα στην ίδια τη θεατρική σκηνή. Οι πόρτες κλειστές και δράμα, κωμωδία ή και τραγικωμωδία ξετυλίγουν, τεντώνουν, σπάνε, καίνε και επανενώνουν τα κουβάρια της ζωής.

Από τη μία πλευρά το γιν, η λευκοντυμένη αδερφή που συνθηκολόγησε και θάφτηκε ζωντανή στο σπίτι των αναμνήσεων και από την άλλη η αντίθετη ροπή… το μαύρο πρόβατο, η οποία αφού γνώρισε τα πάντα, επέστρεψε κι εκείνη στην πατρική μήτρα. Οξύμωρο, αλλά αληθινό. Το πατρικό ισοδυναμεί με σιγουριά, με λιμάνι, με καθαρτήριο, με τον απόλυτο μηδενισμό και την επανεκκίνηση στον σκληρό δίσκο της μήτρας. Ισοδυναμεί με μια μικρή αναγέννηση. Με την πλήρη ένωση αρσενικού και θηλυκού. Θετικού και αρνητικού. Αιτίας και αποτελέσματος.

Μέσα από μια παρέλαση κάθε είδους συναισθημάτων, που φέρνουν σε σφοδρή σύγκρουση τους δύο ψυχισμούς, φανερώνεται η άρρηκτη σχέση ανάμεσα σε δύο αδερφές (ή ανάμεσα στην καρδιά και στο μυαλό) και η ανάγκη του να ανήκεις ουσιαστικά κάπου. Στις ρίζες σου, αν και αυτές ανήκουν στο παρελθόν. Με αυτές ως μπαγκάζια, έχοντας συνθηκολογήσει, συνεχίζουμε προς το μέλλον. Έχοντας αφορίσει, συγχωρέσει και συγχωρεθεί, προχωράμε ξεκινώντας ουσιαστικά πάλι από την αρχή…

Η Κάλλυ Κυριακού είναι η Έλλη, η λευκοντυμένη, φαινομενικά ήρεμη, παραδομένη και ειρηνικά συμβιβασμένη γυναίκα, που ο κόσμος της είναι το πατρικό σπίτι και ο κήπος με τις γλάστρες. Το σπίτι ως ιδέα αποτελεί το στεγανό, το ασφαλές λιμάνι, που κρύβεται κάποιος προκειμένου να θάψει το παρελθόν και πιθανόν να θαφτεί και ο ίδιος. Να ξεχάσει και να ξεχαστεί. Κάποια στιγμή όμως, το παρελθόν ξυπνά και με τη μορφή της επιστροφής της άσωτης αδερφής Άννας, που την υποδύεται η Τίνα Τζάθα, επιστρέφει αδυσώπητο και φέρνει αντιμέτωπες τις δύο αδερφές. Τις δύο ψυχές που ζουν στο ίδιο σπίτι. Σαν να ζουν στο ίδιο σώμα.

Οι αναμνήσεις, τα βιώματα, οι φόβοι που δεν ειπώθηκαν ποτέ, βγαίνουν με βία στην επιφάνεια και τις φέρνουν αντιμέτωπες με το ψέμα που το έζησαν ως αλήθεια και την αλήθεια που κατά κάποιο πρόδωσαν, μια και παρέμειναν εγκλωβισμένες σε ρόλους αντί να αντικρίσουν τον εαυτό τους στον καθρέφτη.

Η ερμηνεία και των δύο μας ηθοποιών συμπληρώνει απόλυτα η μία την άλλη, το λευκό με το μαύρο που δεν γεννά γκρι, αλλά μια παράταιρα αρμονική συνύπαρξη, με βασικότερο στοιχείο το γεγονός ότι δύο φαινομενικά αντίθετα στοιχεία έχουν επιτέλους συνθηκολογήσει. Έτσι αρμονικά, έστω και μέσα από ένταση, δένουν και συνθηκολογούν ως ρόλοι οι δυο μας πρωταγωνίστριες. Κατορθώνουν να κρατήσουν την προσοχή και κόβουν την ανάσα με τον τρόπο που αλληλεπιδρούν, τόσο διαφορετικές μα ταυτόχρονα, τόσο στενά δεμένες η μία με την άλλη.

IMG_0007Στο πατρικό σπίτι όμως, γίνεται η μία ο καθρέφτης της άλλης. Είναι η τελική πράξη. Η τελική αναμέτρηση, η σύγκρουση, η αποδοχή και τελικά η λύτρωση.

To έργο αυτό φανερώνει σε όλη του την έκταση το γεγονός ότι το παρελθόν πάντα ελλοχεύει στα μονοπάτια του ψυχισμού και επηρεάζει τις αποφάσεις μας για το μέλλον, ρυθμίζοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο και τη συμπεριφορά.

Η στωϊκότητα της Έλλης έρχεται σε αντιπαράθεση με την επιθετικότητα της Άννας. Η συνθηκολόγηση της μιας αδελφής είναι αντίθετη με την ηθική παραβατικότητα της άλλης. Η μια πλευρά κλείστηκε από τον κόσμο, η άλλη ρίχτηκε να αντιμετωπίσει τον κόσμο. Σημασία όμως δεν έχει η συμπεριφορά, αλλά η βαθιά επιθυμία επιστροφής στον αδιαπέραστο και άρρηκτο δεσμό που δένει την ιδέα της οικογένειας και το σημείο αναφοράς αυτής: το σπίτι.

Η ερμηνεία και των δύο μας ηθοποιών συμπληρώνει απόλυτα η μία την άλλη, το λευκό με το μαύρο που δεν γεννά γκρι, αλλά μια παράταιρα αρμονική συνύπαρξη, με βασικότερο στοιχείο το γεγονός ότι δύο φαινομενικά αντίθετα στοιχεία έχουν επιτέλους συνθηκολογήσει. Έτσι αρμονικά, έστω και μέσα από ένταση, δένουν και συνθηκολογούν ως ρόλοι οι δυο μας πρωταγωνίστριες. Κατορθώνουν να κρατήσουν την προσοχή και κόβουν την ανάσα με τον τρόπο που αλληλεπιδρούν, τόσο διαφορετικές μα ταυτόχρονα, τόσο στενά δεμένες η μία με την άλλη.

Έπαιξαν με απόλυτο δόσιμο, με πάθος, μεταφέροντάς μας στον δικό τους κόσμο και αφήνοντάς μας να αναρωτιόμαστε αν τελικά μέσα από τη σύγκρουση με τον άλλο, συγκρουόμαστε ταυτόχρονα και με τον ίδιο μας τον εαυτό.

Δυο ερμηνείες δυνατές, έντονες παρουσίες, σε μια σκηνοθεσία εξίσου δυναμική, που την επιμελήθηκε η ομάδα Bow.

Με απλά σκηνικά της ομάδας, χτίζοντας στην κυριολεξία τους χαρακτήρες σύμφωνα με το έργο του συγγραφέα, το έργο αυτό, τόσο σκηνοθετικά, όσο και από πλευράς ηθοποιών, λατρεύτηκε από το κοινό, έδωσε το στίγμα για κάτι το ξεχωριστό και μαζί με το βραβείο κοινού και τις επιπλέον παραστάσεις, εισάγει δυναμικά στα θεατρικά πράγματα τη νεοσύστατη αυτή ομάδα.

Ευχόμαστε τα καλύτερα γι΄αυτήν και πάντα να συνεχίζει να μας προσφέρει τέτοιου είδους θεάματα.

Είναι ιδιαίτερα ευχάριστο να βλέπει κάποιος μια νέα ομάδα να επιλέγει ως θεατρικό το έργο ενός σύγχρονου Έλληνα συγγραφέα. Συστήνει στο κοινό κάτι μοντέρνο και συστήνεται και η ίδια ως μια νέα πνοή στο θεατρικό χώρο. Σε μια εποχή που χαρακτηρίζεται δύσκολη από πολλές απόψεις, η σύσταση τέτοιου είδους ομάδων προχωρά την τέχνη ένα βήμα παραπέρα και χαράζει το δρόμο για ένα καλύτερο θεατρικό μέλλον στη χώρα μας. Το Γκάζι ως περιοχή γενικά και ειδικά μέρη, όπως ο Τεχνοχώρος «Φάμπρικα», αποτελούν πλέον σημείο έλξης όλων των εν δυνάμει καλλιτεχνών και με την αξία τους, έχουν σηκώσει πλέον τον θεατρικό πήχη ψηλά. Χαρά μας που είτε ως κοινό, είτε ως δημοσιογράφοι μπορούμε να γράφουμε για όλα αυτά. Αναμένουμε νεότερα στο άμεσο μέλλον!

Ταυτότητα παράστασης:

Παίζουν οι: Κάλλυ Κυριακού, Τίνα Τζάθα
Φωτογραφία-βίντεο: Κωνσταντίνα Μάντζαρη
Αφίσα-πρόγραμμα: Πάνος Γέρος
Επιμέλεια σκηνικών: της Ομάδας.

Μέσα από μια παρέλαση κάθε είδους συναισθημάτων, που φέρνουν σε σφοδρή σύγκρουση τους δύο ψυχισμούς, φανερώνεται η άρρηκτη σχέση ανάμεσα σε δύο αδερφές (ή ανάμεσα στην καρδιά και στο μυαλό) και η ανάγκη του να ανήκεις ουσιαστικά κάπου. Στις ρίζες σου, αν και αυτές ανήκουν στο παρελθόν. Με αυτές ως μπαγκάζια, έχοντας συνθηκολογήσει, συνεχίζουμε προς το μέλλον. Έχοντας αφορίσει, συγχωρέσει και συγχωρεθεί, προχωράμε ξεκινώντας ουσιαστικά πάλι από την αρχή…

IMG_0002

Αγγελική Μπάτσου

Αγγελική Μπάτσου

Γεννήθηκα πριν αρκετά καλοκαίρια (κι άλλους τόσους χειμώνες)στην Αθήνα. Είχα την τιμή να μεγαλώσω στους Αγ.Αναργύρους,όπου έζησα τα ομορφότερα παιδικάχρόνια σε μια τεράστια αυλή,παρέα με τα γατιά μου και δυο ζευγάρια παππούδες και γιαγιάδες που πάντα θα υπεραγαπώ.Έπειτα ήρθε η Γαλλική Φιλολογία,επιπλέον σπουδές σε γλώσσα και μετάφραση και η οικογένεια. Δεν σταμάτησα όμως ποτέ να είμαι παιδί της ποίησης,της λογοτεχνίας,της ζωγραφικής και της μουσικής και το όνειρό μου από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου,ήταν να ταξιδέψω σ’όλο τον κόσμο και ιδιαίτερα στο Θιβέτ!
Σ’όλο τον κόσμο τελικά δεν μπόρεσα να πάω...κατόρθωσα όμως να φανταστώ και να χαράξω τα ίχνη αυτού μέσα από ταμονοπάτια της ποίησης,της λογοτεχνίας και της φαντασίας. Αγαπημένος μου συγγραφέας ο Έντγκαρ Άλλαν Πόε,αγαπημένος ποιητής ο Ουϊλιαμ Μπλέϊκ,ο Μπωντλαίρ και ο Απολιναίρ, αγαπημένος ζωγράφος ο Βαν Γκογκ και ο Γκουστάβ Κλιμπ.
Αγγελική Μπάτσου