Παρακολουθήσαμε το μιούζικαλ “Φτηνά τσιγάρα”, βασισμένο στην ομώνυμη ταινία του Ρένου Χαραλαμπίδη, σε σκηνοθεσία Κωνσταντίνου Ρήγου, στην Εναλλακτική Λυρική Σκηνή του Ιδρύματος Σταύρου Νιάρχου

Οι kallitexnes.gr παρακολούθησαν το μιούζικαλ “Φτηνά τσιγάρα”, στην Εναλλακτική Λυρική Σκηνή του Ιδρύματος Σταύρου Νιάρχου. Βασισμένο στην ομώνυμη κινηματογραφική ταινία του 1999 του Ρένου Χαραλαμπίδη, 22 κοντά χρόνια μετά, το μιούζικαλ αυτό, έρχεται σε σκηνοθεσία Κωνσταντίνου Ρήγου, να εξηγήσει με την παρουσία του γιατί η τότε outsider, σχεδόν underground ταινία, έγινε σήμερα ένα μιούζικαλ διεθνών προδιαγραφών.

Αν κάποιος μπει στη διαδικασία να παρακολουθήσει την ταινία “Φτηνά τσιγάρα” (η οποία υπάρχει ολόκληρη στο Youtube), είτε τη δει για πρώτη φορά, είτε θέλει να επιστρέψει σε παλαιότερες μνήμες, θα μείνει έκπληκτος από το πόσα έχουν αλλάξει και μεσολαβήσει μέσα στα 22 αυτά χρόνια. Όντως μπορεί να φαίνονται λίγα ως αριθμός μέσα στη διάσταση ενός αιώνα, ο χρόνος όμως έχει την τάση να μεταβάλει, να αλλάζει και να καταργεί πολλά πράγματα και καταστάσεις. Ή και να τα διατηρεί όλα ίδια…αρκεί φυσικά να υπάρχουν τα απαραίτητα ντοκουμέντα.

Η ταινία αυτή γυρίστηκε μέσα σε 23 μέρες, τον Αύγουστο του 1999, σε μια ερημική Αθήνα. Την εποχή που όλος ο αστικός πληθυσμός εγκαταλείπει το “Κλεινόν άστυ”, κάποιοι clochard συλλέκτες παραμένουν, περιδιαβαίνοντας τους δρόμους και τα ανώνυμα μπαρ και καφετέριες και μαζεύουν όπως λένε, το πιο άγριο και σκληρό πράγμα του κόσμου: στιγμές. Σε κάθε βήμα μέσα στη νύχτα έρχονται στο νου τραγούδια όπως το “Summer in the city”, σε κάθε τσιγάρο και γωνία της Αθήνας, συναντά κανείς τον σουρεαλισμό, το γαλλικό φιλμ νουάρ, το γκροτέσκο, την κωμωδία, το απρόβλεπτο, το προβλεπόμενο, το όνειρο, τον χορό, τη μουσική, τον έρωτα.

Βλέποντας την ταινία, και ειδικά την τελευταία σκηνή με το λεωφορείο, με τα χρυσόψαρα κρεμασμένα μέσα στις χειρολαβές σε πλαστικές σακούλες με νερό και τα περιστέρια να πετούν μέσα σε αυτό, αναρωτήθηκα κι ακόμα αναρωτιέμαι για ποιο λόγο δεν “περπάτησε” αρχικά. Η απάντηση όμως είναι ήδη μπροστά μου. Δεν “περπάτησε”, γιατί απλά “πέταξε”. Απογειώθηκε. Πήρε φόρα, κέρδισε σιγά-σιγά ύψος και ταξίδεψε με τη χρονομηχανή της ως το 2022, μεταμορφωμένη σε μια “ρομαντική οπερέτα”, που αποτελείται από 34 σκηνές και 19 τραγούδια. Τι ακριβώς μεσολάβησε όλα αυτά τα χρόνια; Σαφέστατα, η ποιοτική της μαγιά ή μαγεία; Η επιλογή, δική σας…

Υπόθεση

Ο Νίκος, ένας εκ πεποιθήσεως άνεργος κι αδέσμευτος άνθρωπος, ο οποίος συλλέγει στιγμές, συχνάζει σε συγκεκριμένα στέκια με  παράταιρους φίλους και δέχεται τηλέφωνα από την παραλίγο εγκληματική φυσιογνωμία του Μανώλη (που του προσφέρει “δουλειές” και φωνάζει με τον τηλεβόα του τη χαμένη του αγάπη Βασούλα), συναντά ένα βράδυ, έξω από τον τηλεφωνικό του θάλαμο, τη Χριστίνα. Μια βόλτα στην νυχτερινή ερημική πόλη που τελειώνει στο ξημέρωμα, γίνεται ένα ολόκληρο ταξίδι στα όνειρα, τις επιθυμίες, τις σκέψεις και τον κόσμο του καθενός. Το ταξίδι αυτό περιλαμβάνει γέλιο, κόντρες, εκπλήξεις, αναμνήσεις, όνειρα, και μεγάλους διαλόγους, με κοινό παρονομαστή τον καπνό και τη γόπα από ένα φθηνό τσιγάρο. Τι θα φέρει άραγε η νέα μέρα που ξημερώνει;

22 χρόνια μετά, ο Νίκος, αφού κατέβει από την χρονομηχανή του, θα “αναμετρηθεί” επί σκηνής με τον νεότερό του εαυτό, θα συναντήσει τη Σοφία και τους φίλους τους παλιούς και η ιστορία θα ξεκινήσει ουσιαστικά από την αρχή. Όπως ακριβώς, ένα σουρεαλιστικά ρεαλιστικό αστικό παραμύθι.

-τσιγάρα_Θ.-Λέκκας-Χ.-Στεφανίδη_Φωτο-Λάμπρος-Ρουμελιωτάκης-1980x1320

O Κωνσταντίνος Ρήγος, ο Διευθυντής του Μπαλέτου της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, είχε να ζωντανέψει και να εκτινάξει σε άλλα επίπεδα τα “Φτηνά τσιγάρα”, μετατρέποντάς τα σε μια σύγχρονη οπερέτα. Τα κατάφερε απόλυτα. Με γνώμονα την εμπειρία και τη φαντασία, δημιούργησε το πιο ξεχωριστό μιούζικαλ το οποίο βασίζεται οπτικά σε ένα ενιαίο lounge σκηνικό, σαν ένα καλλιτεχνικό κολάζ αντικειμένων, χρωμάτων και μουσικοθεατρικών χαρακτήρων”.

Κριτική ανάλυση του θεατρικού μιούζικαλ

Ένας πραγματικά καλός καλλιτέχνης είναι διαχρονικός, χωρίς να πρέπει υποχρεωτικά να είναι συγχρονισμένος. Τι σημαίνει αυτό…Ότι ένα έργο του μπορεί σύμφωνα με τα δεδομένα εκείνης της εποχής που δημιουργήθηκε, να μην έχει λάβει τη σωστή εκτίμηση και τον θαυμασμό που του αρμόζει. Οπότε πηγαίνει “άπατο”, παραμένει στην αφάνεια, στη σκιά, μισοξεχασμένο. Ο χρόνος όμως είναι άτιμος κριτής. Και αυτό γιατί ο ίδιος ο άνθρωπος καθορίζει τις παραμέτρους του. Στο πέρασμα του χρόνου, το ξεχασμένο αυτό έργο, ανακαλύπτεται από νέους ανθρώπους, νέα μυαλά, και παίρνει πάνω του την αξία που του έπρεπε. Η απαξιωτική συγχρονία του χθες έχει πετάξει πια από το παράθυρο και το δημιούργημα γίνεται πλέον “κλασικό”, “cult”. Κάτι που όποιος σέβεται τον εαυτό του και το γούστο του, πρέπει να το δει. Γιατί ό,τι είναι καλό, απλά ποτέ δε χάνεται. Ο χρόνος έχει τις τελικές απαντήσεις και ο καλλιτέχνης την τελική δόξα.

Κάπως έτσι ήταν και για τον Ρένο Χαραλαμπίδη η πορεία αυτής της ταινίας. Αναρωτιέμαι αν η αίσθηση της τωρινής δικαίωσης (έπειτα από τα 22 αυτά χρόνια αρχικής αμφισβήτησης και απόρριψης), είναι τελικά πιο γλυκιά από μια αρχική μεγάλη επιτυχία. Το ερώτημα αυτό, ας μας το απαντήσει με τον τρόπο του κάποια στιγμή ο ίδιος ο δημιουργός της ταινίας… Πιστεύω όμως ότι είναι προτιμότερη μια διαχρονική δικαίωση γιατί με αυτόν τον τρόπο, δικαιώνεται και η συνολική πορεία και επιλογές του καλλιτέχνη. Και κυρίως, το ταλέντο του στο να “αφουγκράζεται” την ψυχή της πόλης του και των ανθρώπων της. Μέσα από την ταινία του, βγαίνει ο εαυτός του δημιουργού και ταυτόχρονα, ο ζωντανός παλμός της τότε Αθήνας: μια αίσθηση decadence η οποία γεννάει ομορφιά και ρομαντισμό, μια ευαισθησία που κρατιέται τρυφερά χέρι-χέρι με τη βωμολοχία και το χιούμορ, φαντασία που χορεύει βαλς ή λάτιν με την πιο πεζή πραγματικότητα, άνθρωποι αληθινοί και καρικατούρες, καθημερινές ιστορίες, σκέψεις και όνειρα. Πολλά όνειρα. Με  μια εσάνς ρομαντικής αστικής αλητείας του Τζιμ Τζάρμους και του αντιφατικού, ακατάτακτου μαύρου χιούμορ του Κουέντιν Ταραντίνο. Αυτήν ακριβώς την ατμόσφαιρα έπρεπε να κατορθώσει να μεταφέρει στη σκηνή σε στυλ οπερέτας ο Κωνσταντίνος Ρήγος.

Ο Διευθυντής του Μπαλέτου της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, σύμφωνα με το παραπάνω υλικό, είχε να ζωντανέψει και να εκτινάξει σε άλλα επίπεδα την ταινία αυτή, μετατρέποντάς τη σε μια σύγχρονη οπερέτα. Τα κατάφερε απόλυτα. Με γνώμονα το προσωπικό του μότο “Η ζωή ξέρει κι εγώ την εμπιστεύομαι”,  δημιούργησε το πιο ξεχωριστό μιούζικαλ το οποίο βασίζεται οπτικά σε ένα ενιαίο lounge σκηνικό, σαν ένα καλλιτεχνικό κολάζ αντικειμένων, χρωμάτων και μουσικοθεατρικών χαρακτήρων, με κορυφαία παρουσία το ημιυπόγειο-χρονομηχανή, το κατεξοχήν σημείο αναφοράς του Ρένου Χαραλαμπίδη στη σύγχρονη εποχή. Γύρω από αυτόν, παρελθόν και παρόν, κάνουν κατάληψη στον χώρο και στροβιλίζονται στο ρυθμό της μουσικής. Οι ηθοποιοί, παρόντες σε όλη σχεδόν τη διάρκεια της παράστασης, μιλούν, κινούνται, χορεύουν, τραγουδούν, τα γεγονότα και τις αισθήσεις μιας ζωής. Μικρές, καθημερινές ιστορίες, με μεγάλα αισθήματα και σκέψεις που τις παίρνει ο καπνός από τα φθηνά τσιγάρα τους, ενώ φιλοσοφούν και μονολογούν πολλές φορές για τον έρωτα, τις σχέσεις, το μέλλον.

Οθόνες παντού, άλλες με το κείμενο της παράστασης στα αγγλικά, άλλες με κομμάτια από την ταινία του 1999, φωτισμοί νέον, πιάνο, μουσική ορχήστρα, υποκριτική, χορός, τραγούδι, χρώματα, και κάπως έτσι η οπερέτα γεννιέται το 2022. Με μια σκηνοθεσία γεμάτη έμπνευση και φαντασία που είναι “καταδικασμένη” στο να πετύχει ένα από τα αρτιότερα αποτελέσματα που έχω δει ποτέ μου ως τώρα. H απόλυτη μαγεία, δοσμένη μέσα από υποκριτική, μουσική, σκηνικά και τραγούδι, στην οποία συμβάλλει και με το παραπάνω ο συγγραφέας Πέτρος Βουσινέας ο οποίος υπογράφει το λιμπρέτο. Έχοντας με σεβασμό διατηρήσει τους χαρακτήρες και τις ατάκες της ταινίας, έχει μπορέσει να εισάγει το κλίμα του 1999 μέσα στη σύγχρονη Ελλάδα του μιούζικαλ, της νέας τεχνολογίας και φιλοσοφίας περί ζωής και έρωτα. Υπό αυτό το σκεπτικό, η συνεργασία του με τον Παναγιώτη Καλαντζόπουλο, Μιχάλη Γκανά και Ελένη Ζιώγα στους στίχους, σφυρηλάτησε ένα κείμενο γεμάτο από το πνεύμα και τον ρομαντισμό της ταινίας η οποία σφράγισε το τέλος του προηγούμενου αιώνα και συνεχίζει να μαγεύει ακόμα και σήμερα.

Σε ό,τι αφορά τη μουσική επένδυση, έργο του Παναγιώτη Καλαντζόπουλου, έχοντας ως αφετηρία τα τρία μουσικά κομμάτια που ακούγονται στην ταινία, δημιουργεί ένα φαντασμαγορικά μουσικό ηχοτοπίο που βασίζεται τόσο στο μουσικό ταλέντο όσο και στον αυτοσχεδιασμό και αυθορμητισμό όλων όσων βρίσκονται ζωντανά στη σκηνή του θεάτρου. Και δεν είναι και λίγοι. Με τη μουσική διδασκαλία του Μιχάλη Παπαπέτρου και τη μουσική προετοιμασία του Φρίξου Μόρτζου, μια πλειάδα σπουδαίων μουσικών συγκεντρώνεται γύρω από τον βασικό συνθέτη:   Σταύρος Λάντσιας (πιάνο), Ανδρέας Πολυζωγόπουλος (τρομπέτα), Χρήστος Ραφαηλίδης (βιμπράφωνο), Γιώργος Παλαμιώτης (ηλεκτρικό μπάσο), Θανάσης Τσακιράκης / Χρήστος Βίγκος (ντραμς, κρουστά), Παναγιώτης Καλαντζόπουλος (κιθάρες, γιουκαλίλι). Δύο κοντά ώρες, ασταμάτητης έμπνευσης και δημιουργίας πάνω σε 19 μουσικά θέματα που συστήνουν καλλιτεχνικά, ένα μιούζικαλ αντάξιο των καλύτερων που έχουν περάσει τόσο στον χώρο της Ελλάδας, όσο και στο εξωτερικό.

-τσιγάρα_K.-Μπιμπής-Π.-Θωμόπουλος_φωτo-Ανδρέας-Σιμόπουλος_3175-1980x1319

Ο Ρένος Χαραλαμπίδης, ως κονφερανσιέ, συνομιλεί επί σκηνής με τον παλιό και τον σύγχρονο εαυτό του, κάνοντας ένα νοητό ταξίδι ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν, μέσα στην ημιυπόγεια “χρονομηχανή” του, συγκρίνοντας με συγκίνηση, νοσταλγία και χιούμορ τη ζωή που κύλησε μέσα στην αλλαγή αυτή του αιώνα. Λαμπερός, με λευκή φορεσιά, γίνεται ο “μαέστρος” επί σκηνής, ο συνδετικός κρίκος των τότε αναμνήσεων και των τώρα εμπειριών μας, η γέφυρα που ενώνει δύο κόσμους και πάνω στην οποία πάντοτε κινείται το λεωφορείο των ονείρων του. Δε νομίζω ότι χωράει κάποια κριτική σε έναν καλλιτέχνη που δεν έχει πλέον να αποδείξει τίποτα και σε κανέναν. Ειδικά έπειτα από αυτή την παράσταση. Μία μόνο ευχή: να συνεχίσει να μετράει στιγμές και να τις μοιράζεται πάντα μαζί μας…

Ο τότε Νίκος, ο Νίκος του 1999, είναι ο Θάνος Λέκκας, ο οποίος μας υποδέχεται λίγο πριν ξεκινήσει η παράσταση, με το πιο αστείο και ενδιαφέρον παιχνίδι παντομίμας. Στη συνέχεια, χάνεται και βρίσκεται μέσα από τον ρόλο του, μας παρασέρνει με τα λόγια του, τις κινήσεις, τον χορό και το τραγούδι. Δίπλα του, η Χριστίνα Στεφανίδη ως Σοφία, συγκινεί με τη φρεσκάδα και τη γλυκύτητά της και με απλή αμεσότητα, γίνεται ένα σημαντικό κομμάτι της παράστασης. Ο Κωνσταντίνος Μπιμπής, ξεχωρίζει σε τρεις ρόλους, ιδιαίτερα σε εκείνον του καφετζή, γύρω από τον οποίο συσπειρώνεται η πιο ενδιαφέρουσα, παρδαλή και αταίριαστη ομάδα: Η Σοφία Κουρτίδου (Ιωάννα, Βάνα), η οποία φιλοσοφεί δια βοής σχετικά με τους άντρες και τον έρωτα, ο Πάρις Θωμόπουλος (Θανάσης, Σάκης), και απατημένος και wannabe απατεώνας, o Δημήτρης Ναλμπάντης ως καλλίφωνος, φιλόσοφος Τάκης, η Αθηνά Βρούβα (Ντάνα, καντινιέρισσα), μια έμπειρη της ζωής που σίγουρα δεν την βλέπει en rose, και η Idra Kayne (Λάνα), που μαγνητίζει με την εξαίσια ερμηνεία της στο “Summertime in Prague”. Ο Ιάν Στρατής (Μανώλης), ο παλαβός κακοποϊός με το τρελό γέλιο και τη φιλοσοφία του Samuel Jackson στο Pulp Fiction, που φωνάζει με τηλεβόα την αγάπη του για μια Βασούλα, συναγωνίζεται σε μπρίο, γέλιο και εκτόπισμα τον Τάκη Βαμβακίδη που ως Τέλης, συνεχίζει τον ρόλο αυτό στο σημείο που τον άφησε ο αξέχαστος Κώστας Τσάκωνας. Συνολικά, ένα ιδιαίτερα ταλαντούχο, ενδιαφέρον “μπουλούκι”, το οποίο όμως απαντά με πασιφανή, καλλιτεχνικό τρόπο στο τι εστί άρτια υποκριτική και “τα δίνω όλα παίζοντας τον ρόλο μου”.

Ο Απόστολος Μητρόπουλος στα κοστούμια, σχέδια υφασμάτων και ταπετσαριών, μπόρεσε να συνδυάσει τάσεις, σχήματα και χρώματα του παρελθόντος με τη σύγχρονη εποχή, προσδίδοντας μια αίσθηση ζωντάνιας, μιούζικαλ, και ασταμάτητης κίνησης και λάμψης. Στο γεγονός αυτό βοήθησαν και οι μεταμοντέρνοι φωτισμοί του Περικλή Μαθιέλλη, οι οποίοι στην κυριολεξία απογείωσαν την παράσταση.

Μαζί με τα αμέτρητα μπράβο και συγχαρητήρια που πρέπει να ειπωθούν σε όλη αυτή την ομάδα που εργάστηκε και συνεργάστηκε δημιουργώντας ένα από τα ωραιότερα μιούζικαλ που έχω δει ποτέ ως τώρα, ας απαντηθεί και η εξής ερώτηση: Nα πάει κάποιος να παρακολουθήσει αυτή την παράσταση; Η απάντηση είναι ναι, όσο φυσικά προλαβαίνει, μια και η πορεία της σίγουρα την οδηγεί πέρα από την Ελλάδα. Όλοι λοιπόν μαζί, μέσα στο λεωφορείο, κινούμαστε στα 5 στοιχεία μιας διαχρονικής δημιουργίας: είμαστε το νερό στο οποίο πλέουν τα χρυσόψαρα της σκέψης, ο αέρας στον οποίο πετάνε τα περιστέρια της φαντασίας, η γη πάνω στην οποία κινείται η ζωή μας και τέλος, η φωτιά που μας κάνει να μην το βάζουμε ποτέ κάτω και να προχωράμε πάντα ένα βήμα παραπέρα. Αν δεν γνωρίζετε πώς ακριβώς, ξεκινήστε από το σημείο αφετηρίας: Δείτε αυτή την παράσταση!

-τσιγάρα_Θ.-Λέκκας-Ι.-Στρατής_φωτο-Ανδρέας-Σιμόπουλος_3175-1980x1320

Συντελεστές παράστασης

Λιμπρέτο – Πέτρος Βουνισέας, βασισμένο στην ομώνυμη ταινία του Ρένου Χαραλαμπίδη

Στίχοι – Παναγιώτης Καλαντζόπουλος, Πέτρος Βουνισέας, Μιχάλης Γκανάς, Ελένη Ζιώγα

Σκηνοθεσία, κινησιολογία, σκηνικό –  Κωνσταντίνος Ρήγος

Κοστούμια, σχέδια υφασμάτων και ταπετσαριών – Απόστολος Μητρόπουλος

Σχεδιασμός φωτισμών – Περικλής Μαθιέλλης

Συνεργάτιδα αρχιτέκτονας – Μαίρη Τσαγκάρη

Σχεδιασμός βίντεο – Βασίλης Κεχαγιάς

Μουσική διδασκαλία – Μιχάλης Παπαπέτρου

Μουσική προετοιμασία – Φρίξος Μόρτζος

Αφηγητής: Ρένος Χαραλαμπίδης

Νίκος: Θάνος Λέκκας

Σοφία: Χριστίνα Στεφανίδη

Πικάσσο (καφετζής), Μάκης, Μποξέρ: Κωνσταντίνος Μπιμπής

Ιωάννα, Βάνα: Σοφία Κουρτίδου

Θανάσης, Σάκης: Πάρις Θωμόπουλος

Μανώλης: Ίαν Στρατής

Τέλης: Τάκης Βαμβακίδης

Τάκης: Δημήτρης Ναλμπάντης

Λάνα, Τραγουδίστρια: Idra Kayne

Ντάνα, Καντινιέρισσα: Αθηνά Βρούβα

Μουσικοί: Σταύρος Λάντσιας (πιάνο), Ανδρέας Πολυζωγόπουλος (τρομπέτα), Χρήστος Ραφαηλίδης (βιμπράφωνο), Γιώργος Παλαμιώτης (ηλεκτρικό μπάσο), Θανάσης Τσακιράκης / Χρήστος Βίγκος (ντραμς, κρουστά), Παναγιώτης Καλαντζόπουλος (κιθάρες, γιουκαλίλι)

  

*Το μιούζικαλ «ΦΤΗΝΑ ΤΣΙΓΑΡΑ» ανήκει στην ενότητα του προγραμματισμού της Εναλλακτικής Σκηνής της ΕΛΣ με τον τίτλο «ΗΜΕΡΕΣ ΜΟΥΣΙΚΟΥ ΘΕΑΤΡΟΥ» που εντάσσεται στην Πράξη «ΦΕΣΤΙΒΑΛΙΚΕΣ ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΗΣ ΣΚΗΝΗΣ ΤΗΣ ΕΛΣ» (MIS 5004053) με κωδικό 2017ΕΠΑ08510107 (‘Aξονας 06 του Ε.Π. «ΑΤΤΙΚΗ») και συγχρηματοδοτείται από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης (ΕΤΠΑ) και από Εθνικούς Πόρους.

Αγγελική Μπάτσου

Αγγελική Μπάτσου

Γεννήθηκα πριν αρκετά καλοκαίρια (κι άλλους τόσους χειμώνες)στην Αθήνα. Είχα την τιμή να μεγαλώσω στους Αγ.Αναργύρους,όπου έζησα τα ομορφότερα παιδικάχρόνια σε μια τεράστια αυλή,παρέα με τα γατιά μου και δυο ζευγάρια παππούδες και γιαγιάδες που πάντα θα υπεραγαπώ.Έπειτα ήρθε η Γαλλική Φιλολογία,επιπλέον σπουδές σε γλώσσα και μετάφραση και η οικογένεια. Δεν σταμάτησα όμως ποτέ να είμαι παιδί της ποίησης,της λογοτεχνίας,της ζωγραφικής και της μουσικής και το όνειρό μου από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου,ήταν να ταξιδέψω σ’όλο τον κόσμο και ιδιαίτερα στο Θιβέτ!
Σ’όλο τον κόσμο τελικά δεν μπόρεσα να πάω...κατόρθωσα όμως να φανταστώ και να χαράξω τα ίχνη αυτού μέσα από ταμονοπάτια της ποίησης,της λογοτεχνίας και της φαντασίας. Αγαπημένος μου συγγραφέας ο Έντγκαρ Άλλαν Πόε,αγαπημένος ποιητής ο Ουϊλιαμ Μπλέϊκ,ο Μπωντλαίρ και ο Απολιναίρ, αγαπημένος ζωγράφος ο Βαν Γκογκ και ο Γκουστάβ Κλιμπ.
Αγγελική Μπάτσου