O Tommie Bouzianis μας ταξιδεύει στον δικό του γαλαξία σ’ ένα ροκ παιχνίδι ερωτήσεων

Γράφει η Μπάτσου Αγγελική

Στις 14 Φεβρουαρίου, βράδυ στο rock bar Silver Spurs, στο Παγκράτι. Στο νέο, πιο ροκ από ροκ στέκι της Αθήνας που έχει έρθει και έχει ήδη ταράξει τα νερά, πήγα προσκεκλημένη για να ακούσω έναν εκπληκτικό guitar hero και τη μουσική του μπάντα, τους Astrodot. Μαζί του, ο Παναγιώτης Μπερλής από τα Διάφανα Κρίνα και κάποιοι guest έκπληξη, υπόσχονταν μια βραδιά η οποία δεν θα ήταν όπως οι άλλες… Με το που άνοιξα την πόρτα και μπήκα στον χώρο, με παρέλαβε το “Highway star” από τους Deep Purple. “Καλά ξεκινήσαμε”, σκέφτηκα…και η συνέχεια ήταν πολύ πολύ καλύτερη…

Μετρώντας τις νότες, τον ρυθμό, τα ακόρντα, κοιτάζοντας και θαυμάζοντας τις αστρικές φωτεινές ακτίνες ενέργειας επί σκηνής, χάθηκε και ο χρόνος. Η μουσική τελικά έχει αυτή τη μαγεία…σε βάζει στο άρμα της και ορισμένες έννοιες που καθορίζουν την τετράγωνη λογική, εξαφανίζονται. Μένει μόνο το συναίσθημα, η ερμηνεία του κάθε κομματιού,  τα ριφ κιθάρας, η αρμονία των keyboards και οι χτύποι των ντραμς που ξυπνάνε την άγρια ανάγκη για ελευθερία και έκφραση που υπάρχει μέσα στον καθένα από εμάς. Οι ώρες που κύλισαν σαν παλμός, μια Αstrodot εμπειρία. Μαθήματα κιθάρας από τον Tommie Bouziani και keyboards από τον Billy Knight. Μελωδία και υπέροχοι στίχοι από τον Παναγιώτη Μπερλή… Δεν είναι εύκολο να αφομοιώσει κάποιος όλο αυτό που λαμβάνει ως θεατής από το εκτόπισμα και το τρομερό ταλέντο με το οποίο έρχεται αντιμέτωπος (αντιμέτωπη, στη δική μου περίπτωση).

Τα πράγματα “δυσκόλεψαν” ακόμα πιο πολύ για εμένα όταν κλήθηκα να πάρω συνέντευξη από τον Τommie. Πού να ξεκινήσω, πώς να συνεχίσω, τι ακριβώς να ρωτήσω πριν χαθώ στην κυριολεξία σε έναν εκπληκτικό κόσμο και νου;  Πώς να χωρέσει όλη η ζωή και οι περιπέτειες ενός ροκ μουσικού σε μία μόνο συνέντευξη;

Δεν είχα άλλη επιλογή…άλλωστε, πάντοτε το όνειρό μου ήταν να συνομιλήσω με έναν ροκ σταρ. Έπειτα από χρόνια σιωπής, ο Τommie άνοιξε την καρδιά και τον νου του σε εμένα και στους kallitexnes.gr. Δεν τροποποίησα, δεν έσβησα ούτε μια λέξη από όλες όσες είπε. Η συνέντευξη αυτή, σε αντίθεση με πολλές άλλες, είναι μια πραγματική κατάθεση ψυχής. Όσο δούλεψα εγώ τις ερωτήσεις και το κείμενο, άλλο τόσο δούλεψε ο Tommie τις απαντήσεις του. Γι αυτό και για όλα όσα είναι, τον ευχαριστώ και θα τον ευχαριστώ για πάντα. Ας ακούσουμε λοιπόν τι έχει να μας πει, και πιστέψτε με…έχει να πει ΠΑΡΑ πολλά…

Οι kallitexnes.gr καλωσορίζουν τον Τοmmie Bouziani και τους Astrodot.Ξεκινώντας από το τέλος, ας έχουμε ως αρχική ερώτηση το πώς ένιωσες πάνω στη σκηνή του Silver Spurs, την Παρασκευή 14/2; Πώς αισθάνεται ένας μουσικός όταν ξαναβρίσκει το παλιό και ταυτόχρονα ανακαλύπτει ένα νέο κοινό; 

Το “Silver Spurs” είναι ένας μικρός ναός με μεγάλες μουσικές απ’ όλο το φάσμα της Rock σκηνής. Οι λάτρεις του είδους, Κώστας, Αθηνά & Giulia μας φιλοξένησαν για μια ακόμα φορά κι’ οργάνωσαν μια εξαιρετική βραδιά με πολύ κόσμο και παλμό. Η αμεσότητα με το κοινό είναι πάντα πολύ σημαντική. Υπάρχει δράση και αντίδραση. Είναι κι αυτοί ισότιμοι πρωταγωνιστές. Αισθάνθηκα ένα άρωμα μαγείας να πλανάται μέσα στο χώρο, το οποίο είχε διεγερτική επίδραση στη διάθεση, στην ψυχολογία,  ακόμα και στα δάχτυλά μου! Διέκρινα επίσης και αρκετούς νεαρούς ρόκερς οι οποίοι συνέβαλαν στη διαμόρφωση μιας φανταστικής ατμόσφαιρας. 

Ένα είναι σίγουρο. Αυτή η μουσική δε θα εκλείψει ποτέ. Είναι κάτι το διαχρονικό και ασύλληπτο. Εμπεριέχει τα πάντα :Rockabilly – Pop – Garage – Punk – Metal – Psychedelia – Blues – Ragtime – Symphonic – Ethnic – Country – Acid Jazz – Electronic – Space Rock κ.λ.π.

Σχετικά με την υπέροχη αυτή βραδιά που ζήσαμε, ποιοι άλλοι φίλοι καλλιτέχνες σε συνόδευσαν στη σκηνή;

Ενδιάμεσα στο set των Astrodot εμφανίστηκε ο εξαιρετικός Παναγιώτης Μπερλής (με τη σημαντική παρουσία του στα Διάφανα Κρίνα), τον οποίο συνοδεύσαμε σε διάφορα δικά του και ξένα κομμάτια. Οι surprise guests όμως της βραδιάς ήταν ο George Giouz (πρώην Trash) και ο 13χρονος γιος του Jimmy…Page junior, μαζί με τους οποίους ”εκτελέσαμε” στην κυριολεξία το “Hey Joe” του Jimmi Hendrix, σ’ ένα 20λεπτο jam !

Τελικά όντως ισχύει ο στίχος του αείμνηστου Jim Morrison, “music is your only friend, until the end”; 

Είναι δυνατόν αυτά τα τόσο αληθινά χείλη του Morrison να λένε ψέματα; Η μεγάλη αυτή μορφή με αρκετούς ακόμη ημίθεους μας καθοδηγούν παντοτινά από εκεί ψηλά. Παραμένουν κάτι το απλησίαστο και συγχρόνως μια συνεχής έμπνευση για εμάς τους θνητούς. Ερωτεύτηκα το μικρό κιθαρόνι του παππού μου χρονολογίας 1896 (!),  σε ηλικία 7 ετών (μόλις είχαμε επιστρέψει από Ottawa). Είχε βέβαια κάτι χορδές σαν πετονιές για ξιφία, κάτι όμως που αργότερα απεδείχθη ευεργετικό καθότι αυτή η εξάσκηση μου έφτιαξε πολύ δυνατά δάχτυλα. Ο πατέρας μου διέκρινε το ”δαιμόνιο” και μου έδειξε αρχικά τα βασικά. Στην πορεία, όταν έμαθα να παίζω πιο καλά,  άρχισαν να μου γυαλίζουν κι’ άλλες ερωμένες. Τα ονόματά τους; Σας τα λέω : Fender, Ibanez, Epiphone, Takamine, Rickenbacker και Gibson. Καμιά τους δεν με πρόδωσε ποτέ και κελαηδούσαν πάντα στα χέρια μου.

Την τελευταία όμως την πρόδωσα εγώ,  καθώς πεισματικά δεν την ακούμπησα για σχεδόν 12 χρόνια! Έτυχαν  πολλά σ’ αυτό το διάστημα. Έχασα τους γονείς μου, τον ξάδερφο μου Πάνο, τον φίλο μου drummer Νίκο Σαμιωτάκη, κι άλλα αγαπημένα πρόσωπα. Το ερέθισμα για περαιτέρω μουσικές έπαψε καθώς ένιωθα επίσης πολύ κουρασμένος απ’ τα ατελείωτα live που είχα παίξει στην Ευρώπη επί 19 χρόνια. Ασχολήθηκα πάντως σαν παραγωγός ανεβάζοντας αρκετά θεατρικά έργα της κορυφαίας σεναριογράφου και σκηνοθέτιδας Stevi Bouziani, όπου είχα αναλάβει και τις μουσικές επιλογές. Σε όλα αυτά τα χαμένα κιθαριστικά χρόνια, αν είχα συνεχίσει να ερευνώ τους πολύ μεγάλους κιθαρίστες που ακόμα και τώρα  μελετάω, νομίζω πως θα τους είχα πλησιάσει σε απόσταση αναπνοής…

Πάμε τώρα μια αναδρομή πίσω στον χρόνο και ας σταματήσουμε τη ρότα των αναμνήσεων στην πρώτη σου επαφή με τη μουσική και στην καθοριστική στιγμή όπου κατάλαβες ότι γεννήθηκες καλλιτέχνης.

H καταγωγή μου είναι από σόϊ καλλιτεχνικό. Ο τεράστιος εξπρεσιονιστής ζωγράφος Γιώργος Μπουζιάνης ήταν ξάδερφος του πατέρα μου. Τα πρώτα ακούσματα τα πήρα κατά τη διάρκεια της παραμονής μου στον Καναδά στις αρχές του ’60,  κυρίως μέσω της τότε έγχρωμης (!) TV (όπου και πρώτα έμαθα να μιλάω Αγγλικά, με τα Ελληνικά να τα μαθαίνω πολύ αργότερα, κι αυτός είναι ένας από τους λόγους που δεν έχω τραγουδήσει ποτέ σε άλλη γλώσσα). H Bonanza, το Washington Square, ο Buddy Holly και η Melina Mercouri με την Doris Day, ήταν στην ημερήσια διάταξη. 

Σημαντικό ρόλο έπαιξε το παιδί-θαύμα της εποχής, ο ξάδερφός μου Allen (Ιωάννης Τσιτσιπής), ο οποίος το ’65 είχε φτιάξει τους Straight Lines μαζί με τον Θάνο και Ανδρέα Μικρούτσικο και τον Dion Μπουρμπούλα! Αυτός λοιπόν ανέλαβε αποκλειστικά τη ”Θεία κατήχησή” μου, μυώντας με στα ”Rockin’ Μυστήρια”. Μου έκανε δώρο το 45αρι “Surfin’ Bird / King of the Surf” (τον τιμώ μέχρι σήμερα και το παίζω live).

Από τα 7 έως τα 17 μου, τέθηκαν οι βάσεις της μετέπειτα εξέλιξής μου. Κλειδωνόμουν επί ώρες ατελείωτες, ψάχνοντας νότα – νότα τα tracks των Shadows, Kinks, Stones, Led Zeppelin, Yes, Wishbone Ash κ.α. Κάποια στιγμή στην Ελλάδα πήγα και στο Ωδείο του Κώστα Κλάββα στη Νίκης, όπου είχα ως δάσκαλο στην κλασσική κιθάρα, τον μοναδικό Κώστα Καράλη. Ενδιάμεσα είχα στήσει κι’ ένα studio στο υπόγειο του σπιτιού μου,  όπου τζαμάραμε διάφοροι. Είχα βέβαια από κοντά και τον τρισμέγιστο Γιάννη Σπάθα ο οποίος μου είχε δείξει διάφορα κόλπα και ασκήσεις, όπως και ο Johnny Lambizzi. Mε το πρώτο μου γκρουπ τους Survivals, έπαιξα το παρθενικό μου live στην Κνωσό μαζί με τους Firewood του φίλου μου Βαγγέλη Βολουδάκη

Θυμάμαι ότι έπαιξα το ”Fools” των Deep Purple, με δοξάρι. Θράσος κι αυτό… Λίγο αργότερα πήρα το βάπτισμα του πυρός στον ”Καθεδρικό Ναό” μας, το Κύτταρο. Ήταν μια τεράστια εμπειρία λόγω του υπέροχου ήχου. Στη συνέχεια, μαζί με τους συμμαθητές μου Γιώργο Μακρίδη και Αντώνη Κούβα φτιάξαμε τους Straightjacket. Μετά από 2 χρόνια φοίτησης στο Pierce College, κατάφερα να πάρω μεταγραφή στο Kilburn Polytechnic του Λονδίνου, καθότι το βασικό μου πλάνο ήταν να πάω να ζήσω το Rock n’ Roll στην πηγή του. Την πρώτη μου απόπειρα λοιπόν την έκανα τον Μάη του ’78, όπου ”ψήθηκα” αρκετά, ερχόμενος σ’ επαφή με συγκροτήματα μέσω αγγελιών των Melody Maker & Ν.Μ.Ε

Στις αρχές του ’80 είχα την ευκαιρία να παίξω με τους Gen-X, αλλά στο audition που έγινε στα Alaska Studios (Waterloo) παρόλο που ο Billy Idol γούσταρε το στυλ παιξίματός μου και την κίνηση μου σαν ελατήριο, το image μου ήταν απαγορευτικό για τη φάση τους καθώς είχα το μαλλί σε μάκρος σχεδόν όσο το έχω και τώρα. Θυμάμαι ότι με πλησίασε ο ίδιος και μου ψιθύρισε στο αυτί : ” Cut your F…in’ hair & put some safety pins through your nipples. We’ll be famous soon”. Διαφώνησα. Αυτός  τελικά τήρησε τον λόγο του. Έγινε όντως διάσημος. Εμένα όμως μ’ ενδιέφερε να ζω τη ροκιά με τους δικούς μου όρους. Ποτέ δεν παρακάλεσα κανέναν και για τίποτα. Στη συνέχεια, πήγα στο Bandwagon όπου γνωρίστηκα με τον Paul Di Anno. Tζαμάρισα με τους Iron Maiden στο pub Walmer Castle που βρισκόταν στο Westbourne Park!  Στα γραφεία της Bronze Records στο Chalk Farm,  συνάντησα τον Lemmy των Motorhead για  πρώτη φορά, μαζί με τον Tim Blake των Hawkwind.

67204702_116842822943586_1246167744273973248_o

Τα πρώτα σου μουσικά βήματα χαρακτηρίζονται από την ύπαρξη και πορεία των X Mandarina, των Duck, των Παρθενογέννεσις και των Stress. Τι έχεις να θυμάσαι από εκείνη την εποχή της δεκαετίας του ογδόντα; Ποιο στίγμα πιστεύεις ότι άφησε η τότε ροκ-πανκ σκηνή και ποια η συμβολή σου σε όλο αυτό;

Στην Αθήνα οι Παρθενογέννεσις είχαν αρχίσει να κάνουν ”ντόρο”.  Είχε ταυτόχρονα όμως ξεκινήσει μια κόντρα. Επιστρέφοντας στην Ελλάδα, με βρήκε ο Μακρίδης και μου ζήτησε ν’ αναλάβω τις κιθάρες στη θέση του Ποθουλάκη, πράγμα που μ’ έφερε σε δύσκολη θέση, καθώς ο Κώστας ήταν και δικός μου φίλος. Η επεισοδιακή αλλαγή σκυτάλης έγινε κάποια στιγμή. Οι Reporters και οι Villa 21 ήταν τα επόμενα βήματα του, καθώς τον διέκρινε ένα πιο σκοτεινό ύφος.

Στο studio ”Κατάρα”, στην Ηλιούπολη, γνώρισα τον…μικρό Μπετόβεν, Billy Lod (το έχει μετατρέψει πλέον εδώ και χρόνια σε Knight), με τον οποίο ανέπτυξα από τότε μια απίστευτη χημεία! Στα drums ήταν ο καταιγιστικός Χρήστος Στολίγκας. Ο εκκεντρικός και απίθανος frontman έφερε το όνομα Τάκης Πολυχρονόπουλος. Ο προαναφερθείς Γιώργος Μακρίδης, ήταν ο Bassman. Αυτό που δεν έκανα για τον Billy Idol, το έκανα γι’ αυτά τα παιδιά. Έκοψα δηλαδή τα μαλλιά μου για πρώτη και τελευταία φορά στη ζωή μου. Αυτό ήταν σαν θυσία για μένα ώστε να υπάρξει μια ταύτιση σε όλα τα επίπεδα…

Μόλις έδεσε το σχήμα, βγήκαμε live και παίξαμε στα περισσότερα από τα γνωστά club της εποχής, καθώς και σε υπαίθριες συναυλίες, και σε άλλες πόλεις. Με το στυλ και το ύφος που είχαμε και με έδρα το θρυλικό Paranoid Club του Ηλία Ρούσση, αποκτήσαμε φανατικούς οπαδούς και φήμη. Φέραμε μια επανάσταση στο χώρο της Rock. To MεταPunk / New Wave που παίζαμε (το οποίο στην ουσία ήταν Rock N’ Roll – κάτι ανάλογο μ’ αυτό που είχαν κάνει οι Troggs παλιότερα) όμως ενοχλούσε το ισχύον τότε κατεστημένο των παλαιοροκάδων. Σε πολλά gigs υπήρξαν απίστευτες εντάσεις, για να μην πω πως γινόταν του ”Βιετνάμ”. Χαρακτηριστικά θυμάμαι πως στο Sporting έπαιζα με κομμένες τις φλέβες στο αριστερό χέρι, καθότι κάποιος ανώνυμος εξυπνάκιας είχε εκσφενδονίσει ένα μπουκάλι Amstel, του οποίου τα θραύσματα με τρύπησαν. Λόγω της έντασης δεν το είχα πάρει καν χαμπάρι.Τότε μ’ έσωσε ο Billy με τις ιατρικές του γνώσεις. Ο Λαυρέντης Μαχαιρίτσας με τους P.L.J. band ήταν ο επόμενος για να βγει και έτρεμε από φόβο! Ο μέγας Τάσος Ψαλτάκης τον έσπρωξε με το ζόρι για να παίξει. Στο τριήμερο του Ζωγράφου μας φυγάδευσε περιπολικό! Αυτό είναι το τίμημα που εισπράξαμε για τον δρόμο που στην ουσία τους ανοίξαμε για να τα βρουν όλα στρωμένα όλοι αυτοί οι επόμενοι που εδώ και 40 χρόνια φιγουράρουν στα ραδιόφωνα και στα μέσα ενημέρωσης, για να μην πω παραπληροφόρησης…

Tη στιγμή όμως που το γκρουπ είχε απογειωθεί, ξαφνικά επήλθε η διάλυση. Το μυστικό ίσως να το πήρε μαζί του ο Μακρίδης. Η δική μου εικασία είναι πως ο ίδιος ”καβάλησε καλάμι” και νόμισε πως θα μπορούσε να προχωρήσει μόνος παίζοντας κάτι πιο σοφιστικέ, όπως έλεγε. Αυτό όμως χρειάζεται και τις απαιτούμενες μουσικές γνώσεις…Μπορεί βέβαια να έφτιαξε τελικά τους F.M.Q. αλλά δεν ήταν σε καμία των περιπτώσεων κάτι το παραπλήσιο μ’ αυτό που βίωνε μαζί μας λίγο πιο πριν. Ο Δημήτρης Βασιλειάδης μας τίμησε κυκλοφορώντας μετά από πολλά χρόνια ένα επετειακό άλμπουμ σε limited edition (450 αντίτυπα), το οποίο έγινε ανάρπαστο σε χρόνο d.t. Ο Billy κι εγώ, λόγω της μουσικής παιδείας και της συνεχούς εξέλιξης στα όργανά μας, συνεχίσαμε ακάθεκτοι τα επόμενα χρόνια δημιουργώντας διάφορα άλλα σχήματα εντός κι εκτός Ελλάδας. Οι Παρθενογέννεσις, για να συζητούνται ακόμη μετά από 40 χρόνια, αυτό κάτι σημαίνει…   

Τελικά τι ακολούθησε έπειτα από όλες αυτές τις ανακατατάξεις σε όλα τα επίπεδα;

Το Paranoid δυστυχώς έκλεισε οριστικά όταν αστυνομικοί με πολυβόλα (!) μπούκαραν μέσα την ώρα που εμείς παίζαμε, από πληροφορία χαφιέδων ότι και καλά γινόταν ”διακίνηση”. Απλά είχε στοχοποιηθεί το club από κάποια συγκεκριμένα άτομα, καθότι ήταν πάντα ασφυκτικά γεμάτο και όλοι οι υπόλοιποι βαράγανε στην κυριολεξία,  μύγες.

Έπειτα απ’όλα αυτά, φτιάξαμε ένα τρίο με τον Θοδωρή Βλαχάκη και τον Γιώργο Βολουδάκη, τους Emphasis Unit, που είχε ύφος πειραματικό. Κατόπιν βρέθηκα στους Stress. Με τους Λούη, Κώστα και  Γιάννη, δημιουργήσαμε μια ωραία surf κατάσταση με αποκορύφωμα το live στο Skylab. Τα παιδιά συνέχισαν,  αφήνοντας κι’ αυτοί το στίγμα τους με τη γνωστή πορεία που έκαναν. Εγώ, καθότι πάντα φευγάτος,  ταξίδεψα για άλλα 2,5 χρόνια σε Καναδά και Αγγλία. Βρέθηκα πάλι στην Αθήνα το ’84, όπου μαζί με τον Χρήστο στήσαμε τους X Mandarina Duck (δεν ευθύνομαι για το όνομα-δική του ήταν η επιλογή!). Τα live που παίξαμε σε Πήγασο, Κύτταρο, Rodeo, Φοιτητική Εστία, Φλοίσβο, Πάρκο Ελευθερίας και Αργώ (Salonica), άφησαν εποχή. Ήταν ένα θυελλώδες γκρουπ. Τελεία και παύλα. Το τελευταίο live έγινε στα Προπύλαια τον Απρίλιο του ’86, μαζί με τον Παύλο Σιδηρόπουλο, Δημήτρη Πουλικάκο, Νικόλα Άσιμο, Ηρακλή, κ.λ.π. Δύο μήνες μετά φύγαμε για Λονδίνο όπου κι αρχίσαμε να παίζουμε σε διάφορα clubs. Στην πορεία αλλάξαμε το όνομα σε The Boycotts, καθότι το τρίτο μέλος ο Zack έφυγε και στη θέση του πήραμε τον εκπληκτικό Winston Detlev. Εδώ να σημειώσω ότι η φιλοσοφία μου διαφέρει από εκείνη του Βλαχάκη, καθότι αυτός παρά τις περίπου 35 προσθήκες μελών, διατήρησε το ίδιο όνομα. Εγώ, όποτε έφευγε ένας μουσικός, άλλαζα και το όνομα της μπάντας,  καθώς θεωρούσα ότι το κάθε άτομο έχει την προσωπικότητά του, κι αυτό είχε σαν αποτέλεσμα τη διαφοροποίηση του ήχου και της εν γένει μουσικής κατεύθυνσης. Αυτό βέβαια είχε και τις αρνητικές του επιπτώσεις μια και κάθε τόσο όλα ήταν ”Φτου κι’ απ’ την αρχή”. Ήταν μια υπέροχη εποχή με ατελείωτες κακουχίες αλλά και πολύ όμορφες εμπειρίες!   

Με αυτό το σχήμα έπαιξα το πιο αδιανόητο gig της ζωής μου, όταν στο Deptford (τέρμα Θεού) εν μέσω χιονοθύελλας και περνώντας μέσα από ένα ατελείωτο νεκροταφείο φτάσαμε σ’ ένα εκκλησάκι. Μιλάμε για μια εντελώς spooky κατάσταση που θύμιζε Christopher Lee στην… νιοστή! Εκεί υπήρχε μια κατακόμβη με άπειρα σκαλιά που κατέληγε στα έγκατα της γης, όπου ήταν στημένο αριστοτεχνικά το πιο ψυχεδελικό club της υφηλίου, το οποίο ήταν ασφυκτικά γεμάτο από άτομα που φορούσαν ρούχα υψηλής ραπτικής αισθητικής. Αυτό το live ήταν ανώτερο κι’ από εκείνο που είχαμε παίξει στο θρυλικό Gossips (Soho) στη διάσημη βραδιά Alice in Wonderland, μαζί με τους Underneath What.

Για 25 περίπου χρόνια, έκανες μια σπουδαία καριέρα στο εξωτερικό. Οι κιθαριστικές και συνθετικές σου δυνατότητες σε έσπρωξαν σε πολλά μέρη της Ευρώπης, κυρίως. Ποιες στιγμές από όλη αυτή την ιλιγγιώδη διαδρομή έχεις να θυμάσαι; Ποιοι άνθρωποι αποτέλεσαν αυτά τα χρόνια κεφάλαιο για εσένα; Ποιες συνεργασίες; 

Τρεις ήταν οι λόγοι που έφυγα στο εξωτερικό. Τα αγαπημένα μου στέκια, το Paranoid κι’ ο Πήγασος, δεν υπήρχαν πλέον. Το σκηνικό επίσης στην Πλάκα άλλαξε, με την  οικτρή απόφαση να κλείσουν όλα τα rock clubs. H ελληνοποίηση της μουσικής που λάτρευα ένιωσα ότι με έθετε στο περιθώριο. Αυτό φάνηκε ξεκάθαρα στο ραντεβού που είχα με τον τότε διευθυντή της ΕΜΙ στα γραφεία της Μεσογείων, ο οποίος μου είπε : ”Γύρνα τον στίχο στα Ελληνικά αλλιώς record deal γιοκ”. Του απάντησα πως η μητρική μου γλώσσα ήταν τ’ Αγγλικά και πως σε καμία άλλη γλώσσα αυτή η συγκεκριμένη μουσική δεν ακούγεται σωστά. Για παράδειγμα του είπα: ”Βάλε τον Καζαντζίδη να τραγουδάει στα Εγγλέζικα ”. Έμεινε άφωνος ο τύπος. Πήγε κάτι να ψελλίσει…Είχα ήδη σηκωθεί και γυρνώντας του την πλάτη έγινα καπνός. Δυστυχώς δεν κατάλαβε πως εγώ με την κατάλληλη καθοδήγηση της τεράστιας αυτής εταιρείας θα μπορούσα να γίνω το διαβατήριο της ώστε να έβγαινε και κάτι αγγλόφωνο προς τα έξω. Είχε εξάλλου εκατοντάδες ελληνόφωνα συγκροτήματα.

Ένας άλλος λόγος ήταν όταν στο Ράδιο Συννεφούλα μου έκοψαν το 50% περίπου από όσα είπα. Ενοχλούσαν βλέπετε το κατεστημένο… Όλοι θέλουν ν’ ακούν ευχολόγια. Πολλά γκρουπ χρησιμοποίησαν μέχρι και τα πολιτικά κόμματα για να αναρριχηθούν στο βωμό της προβολής. Εγώ έμεινα αμέτοχος σε όλα αυτά. Η λέξη αξιοκρατία είναι άγνωστη σ’ αυτή τη χώρα. Την τιμούν όμως σε άλλους τόπους. 

Βρέθηκα στο Λονδίνο οραματιζόμενος την περαιτέρω εξέλιξή μου σαν κιθαρίστας και συνθέτης. Ο ανταγωνισμός ήταν τεράστιος. Παρακολούθησα εκατοντάδες συναυλίες. Είδα τα πάντα. Όλα. Από Wasted Youth μέχρι Queen! Έπαιξα με εκατοντάδες μπάντες. Εκτός από τους Boycotts, άλλα δικά μου σχήματα ήταν οι Lesayd, King Willow, Lettalones και Skinny Bohemians. Έπειτα ενσωματώθηκα στους Hitt και στη συνέχεια βρέθηκα στο Αμβούργο όπου έπαιξα για λίγο με τους Abwarts και μαζί με τον Uwe Bastiansen ετοιμάσαμε ένα ψυχεδελικό side project, τους Capris Mk2. Αξίζει επίσης να αναφέρω ότι όσο ήμουν στον Καναδά έπαιξα και στους Emerald.

Στη συνέχεια, για ένα χρόνο έπαιξα με τους Bad Karma Beckons, ένα φοβερό psychobilly group. Oι J.D.Dazze ήταν το επόμενο μου βήμα και λίγο μετά ακολούθησαν οι Dynamitte Inc., ένα πολύ τεχνικό Power Trio με πολλές live εμφανίσεις κι επανειλημμένα headlines σε Marquee, Astoria και Scandinavian Tour. O Tommy Vance μας παρουσίασε στο ΒΒC1 και το video ”Shark’‘ παίχθηκε στο Headbanger’s Balls του ΜΤV. O Neil Kay ήταν ο παραγωγός μας και μας έκλεισε record deal με την Pony Canyon. Ο Harry, o drummer των Τhunder (τον συνάντησα μαζί με τον Max Cavalera στο Rockgarden) μου έκανε πρόταση να μπω στο γκρουπ ως μπασίστας καθότι θα έπαιζαν support στο Wembley Stadium στους Bon Jovi  και Van Halen, κάτι που εκτίμησα μεν, απέρριψα δε, για να μην πουλήσω τα φιλαράκια μου…

Ενδιάμεσα και μετέπειτα έπαιζα επί χρόνια και σαν session μουσικός με πολλά άλλα γκρουπ. Ενδεικτικά αναφέρω τους: Stiv Bators (κάναμε και παρέα) Eddie & the Hot Rods, Naughty Naughty, Faithless, Inmates, Angels in Aspic, Brides of Christ, Handshake. Εκτός από τον Lemmy που τον έβλεπα σχεδόν κάθε Σάββατο στο V.I.P  St. Moritz club, έκανα κατά καιρούς παρέα και με τους Nasty Suicide, Spik , Tyla, Bill Hurley και έχω σφίξει τα χέρια ορισμένων ινδαλμάτων μου όπως των : Alvin Lee, Joe Pass, Ritchie Blackmore, Mike Box, James Hetfield, Andrew Eldritch, David Coverdale. Όλοι τους μου ανέβασαν την ψυχολογία στα ύψη!

Πόσους και ποιους δίσκους/CD έχεις κυκλοφορήσει και ποιοι είναι αυτοί; Πες μας αν θες, λίγα λόγια για τον καθένα ξεχωριστά.

Μετά από μια κασέτα που κυκλοφόρησε ο Νίκος Λώρης αρχικά και είχαμε συμμετοχή και οι Χ.M.D., ο ίδιος παρουσίασε στο κοινό το ’85 ένα πολύ σημαντικό άλμπουμ της εποχής, το ”Outsiders”, μέσω της εταιρείας Δικαίωμα Διάβασης. Εκεί θα βρείτε το θρυλικό Passengers και το πολύπλοκο Television. Δύο πολύ σφιχτά Rockin’ tracks. Η ηχογράφηση είχε γίνει στο Mastersound όπου εκείνο το επικό βράδυ ο Chris (Snake) Manolitsis είχε κέφια στην κονσόλα κι αποτύπωσε τον ήχο και την εκρηκτικότητα του γκρουπ στην τότε …μπομπίνα! 

Το ’86, στη νεοσύστατη ”Wipe Out’‘ του Πατριάρχη του Rockabilly κ’ όχι μόνο Gregg Vaiou, βγήκε το 001 single που περιείχε τα : Non Stop Sensations, Stuff No Bluff & Unconscious. Στη συνέχεια, με τους Boycotts και το πασίγνωστο Julie των Blue Birds εμφανιστήκαμε σε ένα διπλό compilation album ονόματι ”Song and Legend” από την Abstract records όπου είχαν συμμετοχή και οι New Model Army, Three Johns, Leather Nun, Gunslingers, Blyth Power κ.α. Λίγο μετά, με τους Hitt κι’ ενώ είχαμε ηχογραφήσει ένα full – pop άλμπουμ στα Jumbo studios με παραγωγό τον George De Angelis και τη συμβουλευτική η εποπτεία του διάσημου Trevor Horn, η κυκλοφορία του δεν έγινε ποτέ…

Στους Bad Karma Beckons μπήκα λίγο μετά το LP που εκδόθηκε στην Μedia Burn και είχα συμμετοχή στο μοναδικό video clip ”Six brides for Gerry Lee ”. Είμαι ο τύπος με το κόκκινο μαλλί, τα μαύρα γυαλιά και το πράσινο leather jacket (βαμμένο με auto spray)! Υπάρχει στο Youtube. Παρά το ενδιαφέρον της Warner Bros. να υπογράψουν τους Dynamitte Inc., o Neil Kay έκλεισε deal με την μεγαλύτερη Ιαπωνική δισκογραφική, την Pony Canyon. Το Out of Control και τo Shark που θα βρείτε στο ”Metal for Muthas 3′‘ ηχογραφήθηκαν αρχικά στα Battery & Gooseberry studios και κατόπιν στο Samourai όπου έγινε και το final mix. 

Το προσωπικό μου άλμπουμ “13een Black” κυκλοφόρησε σε διπλή μορφή δηλ. CD / DVD μέσω της Atlantis rec. του Mike Chandaka to 2005. Την παραγωγή την έκανα μαζί με τον George Lazarou ο οποίος είναι τεράστιος ηχολήπτης με απίστευτες γνώσεις στο αντικείμενο του. Το 2009, οι Magic De Spell στο άλμπουμ ”ΟΚ Πατέρα’‘ με τίμησαν διασκευάζοντας το Passengers στα Ελληνικά και βαφτίζοντας το ως “Μαύρη Γάτα” ! Πριν λίγα χρόνια συνεργάστηκα με τους Hidden Heroes 66 όπου ηχογράφησα αρχικά όλα τα κιθαριστικά μέρη. Στην πορεία το γκρουπ τύπωσε ένα εξαιρετικό άλμπουμ που θεωρώ πως είναι ό,τι πιο κορυφαίο έχει υπάρξει εδώ στα μέρη μας, σε ύφος Gothic Rock. Στις 7 Δεκεμβρίου του 2019, η FM records κυκλοφόρησε το ομώνυμο άλμπουμ των Αstrodot με τα 14 tracks. Οι Νίκος Κούρτης και Παύλος Δόβας έδειξαν μεγάλο ενδιαφέρον ευθύς εξαρχής το οποίο ο Billy κι’ εγώ εκτιμήσαμε ιδιαίτερα κι έτσι βάλαμε τέλος στις υπόλοιπες επαφές που είχαμε με ορισμένες άλλες δισκογραφικές. Ο Λαζάρου ήταν και πάλι συμπαραγωγός και ο υπεύθυνος για τον χειρισμό με …μαεστρία του Theremin στο Sarajevo.

67121139_114658269828708_614102593009876992_n

Σαν όνομα ο Billy  πρότεινε τη λέξη ASTRO επειδή περιέχει τη λάμψη κι επειδή  θεώρησε πως είμαστε αυτόφωτοι λόγω της εμπειρίας μας και της εξέλιξης στα μουσικά μας όργανα. Θυμάμαι, κάποια στιγμή ανέβηκα στην ταράτσα κι έριξα μια ματιά στον σκοτεινό ουρανό. Τ’ αστέρια μου έμοιαζαν με τελείες. Όσο πήγαινε πιο μακριά το μάτι πόσο γινόντουσαν και πιο μικρές. Κατεβαίνοντας του λέω: ΑSTRODOT!

Οι Astrodot είναι μια νέα μουσική μπάντα στα ελληνικά δεδομένα. Ως γνωστόν, εμπνευστές και δημιουργοί είσαι εσύ και ο Billy Knight, o σπουδαίος κιμπορντίστας από τους Παρθενογέννεσις. Πώς προέκυψε αυτό το τόσο όμορφο και ταυτόχρονα ασυνήθιστο όνομα και η συνεργασία αυτή;

Με τον Billy είχαμε χαθεί για πολλά χρόνια καθότι ετεροχρονισμένα βρισκόμασταν και οι δύο εκτός Ελλάδας. Είναι τεράστιος πιανίστας. Είχε δημιουργήσει τους Statues in Motion, Dogma, Trash & Κενταύρους και στο εξωτερικό έκανε sessions με τεράστια ονόματα όπως : Frankie Goes to Hollywood, Bronski Beat & Bryan Adams! Tα μακρινά ταξίδια που έκανε τον έφεραν σ’ επαφή με Εσκιμώους (Αλάσκα),  Πιγκουϊνους (Γη του Πυρός) Τaliban (Αφγανιστάν) και Κabyle (Σαχάρα). Μέχρι και στον Αμαζόνιο έσκασε μύτη. Όλες αυτές όμως οι περιπλανήσεις του άνοιξαν το μυαλό καθώς ήρθε σε άμεση επαφή με τη μουσική της κάθε φυλής! Μετά από 39 χρόνια βρεθήκαμε ξανά στην Αθήνα και αποφασίσαμε να ξανακάνουμε…επανάσταση, ή τουλάχιστον ν’ αφήσουμε το στίγμα μας, ξαναπαίζοντας όμως τώρα πολύ πιο ποιοτική μουσική. Οι δυο μας λειτουργούμε σαν ένα μυαλό με 4 χέρια.

Σαν όνομα ο Billy πρότεινε τη λέξη ASTRO επειδή περιέχει τη λάμψη κι επειδή  θεώρησε πως είμαστε αυτόφωτοι λόγω της εμπειρίας μας και της εξέλιξης στα μουσικά μας όργανα. Θυμάμαι, κάποια στιγμή ανέβηκα στην ταράτσα κι έριξα μια ματιά στον σκοτεινό ουρανό. Τ’ αστέρια μου έμοιαζαν με τελείες. Όσο πήγαινε πιο μακριά το μάτι πόσο γινόντουσαν και πιο μικρές. Κατεβαίνοντας του λέω: ΑSTRODOT! H λάμψη που εμφανίστηκε στο πρόσωπό του θα μπορούσε να φωτίσει ακόμη και το…Thinkin’ Universe!  “Yeahhh Man that’s the one. U R spot on”,  μου είπε. Είχαμε βρει το όνομα. Μας έλειπαν όμως κάποιοι άλλοι…

Ποια είναι τα μέλη των Astrodot και τι έχετε δημιουργήσει ως τώρα;

Tα υπόλοιπα μέλη των Αstrodot είναι η Xenia Tunes, μια εκπληκτική τραγουδίστρια με απίθανη αγγλική προφορά και τεράστιες γνώσεις σε όλα τα επίπεδα παραγωγής, καθώς χειρίζεται το Cubase 10,5 εύκολα. Στο άλμπουμ κάνει τα περισσότερα backing vocals και στα live αποδίδει και σαν πρώτη φωνή αρκετές διασκευές καθώς κι ορισμένα tracks που έχει γράψει η ίδια και τα έχουμε προσαρμόσει στο στυλ μας. 

Ο George Matt (Γιώργος Ματθαιακάκης) είναι ο μπασίστας κι ένας ολοκληρωμένος και πολύ έμπειρος μουσικός (παίζει τέλεια διάφορα άλλα όργανα). Υπήρξε μέλος των θρυλικών Boomerang καθώς και της ορχήστρας του ”On the Rocks’‘ όπου συνόδευε τους, Πασχάλη, Δάκη, Μαντώ, Αντωνιάδη κ.α.  Ο Χρήστος Τουμανίδης είναι ο drummer. Ένας εξαιρετικός κι εφευρετικός μουσικός. Παλαιότερα είχε παίξει με τους Αίολος Band.

Έχοντας ζήσει τόσο στο εξωτερικό όσο και στην Ελλάδα, τι πιστεύεις ότι διαχωρίζει και τι ενώνει το ελληνικό κοινό σε σχέση με το ξένο;

Η μουσική είναι μια υπερβατική και πρωταρχική τέχνη. Προξενεί διαθέσεις. Ο κάθε άνθρωπος έχει τα δικά του ιδιαίτερα κριτήρια και αποφασίζει το τι θέλει ν’ ακούσει. Ως κοινή γλώσσα, η μουσική ενώνει. Ο διαχωρισμός συμβαίνει όταν η διάθεση επιλέγει. Το Rock N’ Roll μπορεί να γιγαντώθηκε στην Αμερική αλλά αφομοιώθηκε παγκόσμια από όλες τις κουλτούρες. Είναι διαχρονικά μια τεράστια επιρροή σε όλη σχεδόν τη νεολαία του πλανήτη. Είναι ιδεολογία, άποψη, κίνημα  και αντίσταση. Είναι ο μη συμβιβασμός με το κατεστημένο. Δεν είναι μια σαλονάτη κατάσταση. 

Μιλώντας απ’ την πλευρά του μουσικού μπορώ να πω πως αν δε γίνεις αλοιφή με το πεζοδρόμιο, δε γίνεται να εκφράσεις σωστά αυτό το είδος, και κυρίως στ’ αγγλικά. Φαινομενικά, όλοι νομίζουν πως είναι μια οικεία γλώσσα. Είναι όμως πολύ δύσκολη στη σωστή προφορά και διατύπωση της. 

Το ελληνικό κοινό ακούει πάρα πολλά ελληνόφωνα γκρουπ από το ’60 έως σήμερα. Κατά τη γνώμη μου, ελάχιστα έχουν κατορθώσει να σταθούν σε επίπεδο εφάμιλλο με αυτό των ξένων. Αναφέρω συνοπτικά τους Παύλο Σιδηρόπουλο, Δημήτρη Πουλικάκο, Magic De Spell, Poll και Διάφανα Κρίνα. Oι Aphrodite’s Child, Juniors και Socrates ήταν κορυφαίοι αλλά αγγλόφωνοι. Οι Έλληνες ως κοινό ακούνε βέβαια  εξίσου πολλά ξένα τα οποία πολλές φορές είναι απόλυτα εμπορικά και χαμηλής ποιότητας (το θλιβερό είναι ότι ακόμα τρέχουν κατά χιλιάδες να δουν αυτόν τον γελοίο Κlaus Meine από τους Scorpions ο οποίος όχι αγγλικά δεν ξέρει γρι, αλλά αμφιβάλλω αν έμαθε και την ίδια του τη γλώσσα ποτέ και συνεχίζει σ’ αυτή την ηλικία να παίζει μουσική για 14χρονα). 

Στο εξωτερικό, τα ελληνικά κομμάτια δεν τα καταλαβαίνουν, αλλά ίσως να  και τους φαίνονται πολύ προβλέψιμα. Αν ήταν τόσο καλά, σίγουρα θα τα είχαν εντοπίσει και θα τα διασκεύαζαν όπως παλιά με τα ”Παιδιά του Πειραιά”

Βλέποντας και ακούγοντας τα εντελώς σύγχρονα ακούσματα, πιστεύεις ότι η μουσική είναι όντως μία ή επίκειται σε μορφές εξέλιξης ή και ποιοτικής παλινδρόμησης σε δρόμους “εύκολης” κερδοφορίας προκειμένου κάτι να γίνει χιτ;

Θ’ αναφερθώ κυρίως στην Rock. Από το ’90 και έως σήμερα τα πράγματα αγρίεψαν. Η μελωδία άρχισε να γίνεται είδος προς εξαφάνιση. Ο κάθε τυπάκος με αγιάτρευτα απωθημένα άρχισε να πιάνει μικρόφωνο, να αξιώνει να τον αποκαλούν ”τραγουδιστή”, ενώ στην ουσία βρυχάται επί σκηνής και θέλει και να τυπώνει δίσκους. Από στίχο δε βγάζει νόημα κανείς, καθότι ακούγεται μια καθολική βαβούρα (ο Johnny o δικός μας, καμία σχέση μ’ αυτούς βέβαια). Μοιραία, το rock βγήκε απ’ τα δημοφιλή charts κι έγινε μια underground υπόθεση, εκεί που μεσουρανούσε παντού. Φταίει όμως και η κοινωνική κατάσταση η οποία ασκεί τρομερές πιέσεις σε όλους. Η έκφραση των μουσικών, πλέον μέσα από τα όργανά τους, έχει καταστροφικές τάσεις! Λόγω τεχνολογίας, βασίζονται κυρίως σε αδιάφορους ήχους, χωρίς να γίνεται η κατάλληλη διήθηση από το μυαλό και την ψυχή. 

Μου φαίνεται παράξενο πώς με τόση ενημέρωση κι ατελείωτα ποιοτικά ακούσματα, η σύγχρονη μουσική έχει φθίνουσα πορεία. Ακόμη και στην Ελλάδα, συγκρίνοντας τα λαϊκά του σήμερα με τα ανάλογα του Διονυσίου και του Χιώτη, είναι η μέρα με τη νύχτα. Το Hip hop (rap), αυτή η άμουση, μονότονη, ομιλούσα ερμηνεία των ας πούμε τραγουδιών,  ήρθε να ισοπεδώσει τα πάντα. Είναι τραγικό το τι ακούγεται στα Fm, τουλάχιστον εδώ στην Αθήνα. Παίζουν συνέχεια ταλιμπανίστικα tracks του ενός ακόρντου. Οι 2 – 3 ”μεγαλύτεροι”, όπως αυτοαποκαλούνται, rock σταθμοί, βάζουν κάθε μέρα σε κονσέρβα τα ίδια και τα ίδια. Η μόνη νορμάλ επιλογή είναι η διαφυγή στα ιντερνετικά ραδιόφωνα όπου υπάρχουν ορισμένοι αξιόλογοι DJ’s οι οποίοι τιμούν τα…λεφτά που ΔΕΝ παίρνουν και βγάζουν ωραίες και ποιοτικές μουσικές.

Τα εύκολα ακούσματα και οι φθηνές μουσικές είναι μια σκέτη ηχορύπανση. Δε βλέπω καμία αντίδραση από τον κόσμο. Προτιμούν να πάνε να σκάσουν 300 ευρώ για να δουν τον Σφακιανάκη (να τον υποστούν κι αναγκαστικά να τον ακούσουν), παρά να δουν τον μεγαλύτερο drummer που έβγαλε αυτός ο τόπος – εννοώ τον Τρανταλίδη – που μπορεί να είναι και τζάμπα! 

Υπάρχουν πάντως κι ενδιαφέρουσες νέες μουσικές ανά την υφήλιο αλλά δεν προβάλλονται σχεδόν καθόλου από τα ΜΜΕ. Έχουν απομείνει λίγοι παλιοί εξαιρετικοί παραγωγοί που έχουν ακόμη το μεράκι στο να ‘’ψάχνονται” καθημερινά και να μας ενημερώνουν για τα καθέκαστα.

Αν μπορούσες να φέρεις στο νου σου τους καλλιτέχνες οι οποίοι σε επηρέασαν στην συνολική σου πορεία, ποιοι θα μπορούσαν να είναι αυτοί;

Ας το πάρουμε κατά περιόδους. Στα ’60’s, τα ακούσματα από το άμεσο περιβάλλον μου ήταν οι Stones (επί Brian Jones) Buddy Holly, Trashmen, Forminx, Celentano (εφάμιλλος του Presley), Ennio Morricone, Johnny Burnette, Liverpool Five, Hullaballoos,  Polnareff, Who, Manfred Mann, Roky Erickson, Iron Butterfly, Jefferson Airplane, Pink Floyd (με τον Syd Barrett).

70’s : Steppenwolf, Doors, Led Zeppelin, Rush, Thin Lizzy, Socrates, Max Webster, Cheap Trick, Cars, Neil Young, Ten Years After, Deep Purple, Roxy Music, Queen.

80’s : Bowie, Stranglers, Lords of the New Church, Magazine, Rockpile, Nick Cave, Inmates, Sisters of Mercy, Cult, Dire Straits, Smiths, Rory Gallagher, Last Drive, Toto, Status Quo. 

1990 – 2020 : Rage Against the Machine, Faith No More, Stray Cats, Blackfield,  Sonic Youth, Black Keys, Green Day, Heroes Del Silencio, Godfathers, Arctic Monkeys, Nightstalker. 

Κιθαριστικά, οι βιρτουόζοι που μ’ έχουν επηρεάσει έως ένα βαθμό βέβαια και τους οποίους έχω μελετήσει είναι οι εξής : Jeff Beck, Knopfler, Wes Montgomery, Spathas, Brian May, Al Di Meola, Yepes, Krieger, Alvin Lee και Jimmy Page. Σχεδόν όλοι από τους προηγούμενους παίζουν κιθάρα ΧΩΡΙΣ πένα. Παρομοίως, εγώ εδώ και πολλά χρόνια έχω μεταφέρει το παίξιμο της κλασικής στην ηλεκτρική. Είναι μια ιδιαίτερη τεχνική η οποία μου δίνει έναν πιο γεμάτο καθώς και πιο γλυκό ήχο σε σχέση με τον πρίμο κι αδύνατο ήχο της πένας. Υπάρχει άμεση επαφή με τις χορδές. 

Έχω πετύχει ένα πολύ γρήγορο γλίστρημα στα τάστα, με τελευταία χρονομέτρηση τις 34 νότες σε 1.08’’ (1 δευτερόλεπτο και 8 δέκατα). Αυτό, για να το πετύχω, το έκανα πρόβα πάνω από 10.000 φορές! To “Sarajevo” το παίζω βάζοντας την κιθάρα πάνω στο αριστερό πόδι και χρησιμοποιώντας ανάποδα (από πάνω) τον καρπό. Αυτό δεν το κάνω για φιγούρα. Υπάρχει λόγος. Ρίχνω όλο το βάρος του σώματός μου στο μεσαίο δάχτυλο που είναι και το πιο δυνατό. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα, όταν πιέζω τις χορδές, να πετυχαίνω έναν πολύ βαρύ ήχο στο ξεκίνημα του κομματιού.

Ποια είναι τα όνειρά σου για το μέλλον; Ποια τα πλάνα σου; Τι νέο μας ετοιμάζεις το οποίο θα ήθελες να μοιραστείς μαζί μας;

Τα όνειρα συνήθως είναι μη πραγματοποιήσιμα και η πραγματικότητα υπό συνθήκες μπορεί να γίνει ονειρική…Καλό όμως είναι να υπάρχουν, καθώς μας παρέχουν τη δυνατότητα να φεύγει το εγκλωβισμένο πνεύμα από το σώμα μας και να ταξιδεύει προς το τελευταίο Astrodot μέσα στο Σκεπτόμενο Σύμπαν. Στην Ελλάδα η κατάσταση σε όλα τα επίπεδα και τις τέχνες κάθε άλλο παρά ονειρική είναι. Το άλμπουμ το ηχογραφήσαμε μετά από τόσα χρόνια καθότι ήταν επιτακτική ανάγκη (μας προέτρεψαν ορισμένοι κοντινοί φίλοι οι οποίοι μας λατρεύουν) ν’ αφήσουμε ο Billy κι εγώ το στίγμα μας αυτή τη δεδομένη στιγμή. Ο Ηλίας Μωραΐτης ο οποίος τα έχει δει όλα μέσα από τον φακό του, είπε λίγους μήνες πριν όταν μας είδε να παίζουμε live: ”Οι Astrodot ήρθαν για να ταράξουν τα λιμνάζοντα νερά της Ελληνικής Rock σκηνής. Έχουν την ποιότητα και τη γνώση για να το πετύχουν’’. Άκρως τιμητικό! 

Όντως αντικειμενικά, τέτοιος ήχος, συνθέσεις, παιξίματα και μια παραγωγή διεθνούς επιπέδου, είχε χρόνια να συμβεί στη χώρα μας σ’ αυτό το είδος μουσικής που δεν είναι άλλο από το  ”ΝΕW AGE PSY SPACE ROCK” που παίζουμε. Ίσως να είναι μια νέα ορολογία αλλά προέρχεται από ένα γκρουπ που έχει κατορθώσει να έχει τη δική του ταυτότητα εν μέσω χιλιάδων άλλων ακουσμάτων. Ήταν μια δύσκολη και χρονοβόρα διαδικασία με υψηλό κόστος. Είδαμε όμως ολοκληρωμένες όλες μας τις εμπνεύσεις στο βαθμό που επιθυμούσαμε. Προς το παρόν, η ηθική ικανοποίηση μας αρκεί.Το πλάνο είναι να ολοκληρώσουμε και τα υπόλοιπα 3 video clips που ετοιμάζουμε και να συνεχίσουμε να παίζουμε live ώστε ο κόσμος σύντομα ν’ αρχίσει να σιγοτραγουδάει τα κομμάτια μας.

Υπάρχει βέβαια και το ενδεχόμενο το άλμπουμ να κυκλοφορήσει σε Vinyl limited edition, πράγμα που το εξετάζουμε αυτή τη στιγμή με τη δισκογραφική μας, την FM records.(υπάρχει σε ψηφιακή μορφή σε πάνω από 200 sites ανά την υφήλιο). Προσωπικά, θα ήθελα κάποια στιγμή στο μέλλον να παρουσιάσω κάτι ακόμα πιο ψυχεδελικό με ιδιαίτερους oriental ήχους (τα 49 delays που συγχρόνισα…ετεροχρονισμένα στην εισαγωγή του Ηey Joe” τα βλέπω να πολλαπλασιάζονται επικίνδυνα) και ίσως μόνο instrumental πιθανότατα, με μόνη προσθήκη τη φωνή της Xenia’s. Με τον Billy είμαστε σαν ένα μυαλό με 4 χέρια! Ήδη έχουμε επεξεργαστεί αρκετές νέες συνδέσεις. Ίδωμεν…

Για το τέλος, θα ήθελες να κλείσεις τη συνέντευξη αυτή με κάποιους στίχους από αγαπημένα σου κομμάτια τα οποία σε χαρακτηρίζουν απόλυτα;

Επιλέγω ένα παλαιότερο τραγούδι μου το ”Ιnto The Rain”, όπου τους στίχους έχει γράψει η Stevi :

“Trapped into my silence I’ m surrounded by your absence  

My thinkin’ does the talkin’ I beat insanity by walkin’                                                      

Into the rain i wash out the pain                                                                                         

 Into the rain grows up your blame                                                                                     

I stay out and pray                                                                                                    

  Ι visualise a Rainbow day                                                                                           

  In at the deep end I discover somethin’ mystic                                                                 

  It’s your breath on mine that awakes my instinct                                                              

All what you’ve denied me so strongly in the past                                                          

Now it has become a boomerang of trust”. 

                            

                

Αγγελική Μπάτσου

Αγγελική Μπάτσου

Γεννήθηκα πριν αρκετά καλοκαίρια (κι άλλους τόσους χειμώνες)στην Αθήνα. Είχα την τιμή να μεγαλώσω στους Αγ.Αναργύρους,όπου έζησα τα ομορφότερα παιδικάχρόνια σε μια τεράστια αυλή,παρέα με τα γατιά μου και δυο ζευγάρια παππούδες και γιαγιάδες που πάντα θα υπεραγαπώ.Έπειτα ήρθε η Γαλλική Φιλολογία,επιπλέον σπουδές σε γλώσσα και μετάφραση και η οικογένεια. Δεν σταμάτησα όμως ποτέ να είμαι παιδί της ποίησης,της λογοτεχνίας,της ζωγραφικής και της μουσικής και το όνειρό μου από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου,ήταν να ταξιδέψω σ’όλο τον κόσμο και ιδιαίτερα στο Θιβέτ!
Σ’όλο τον κόσμο τελικά δεν μπόρεσα να πάω...κατόρθωσα όμως να φανταστώ και να χαράξω τα ίχνη αυτού μέσα από ταμονοπάτια της ποίησης,της λογοτεχνίας και της φαντασίας. Αγαπημένος μου συγγραφέας ο Έντγκαρ Άλλαν Πόε,αγαπημένος ποιητής ο Ουϊλιαμ Μπλέϊκ,ο Μπωντλαίρ και ο Απολιναίρ, αγαπημένος ζωγράφος ο Βαν Γκογκ και ο Γκουστάβ Κλιμπ.
Αγγελική Μπάτσου