Οι kallitexnes.gr, βρέθηκαν στο Κηποθέατρο Παπάγου, για να παρακολουθήσουν την παράσταση “Ο Κλέαρχος, η Μαρίνα και ο κοντός”, σε διασκευή και σκηνοθεσία, Χάρη Ρώμα.

Οι kallitexnes.gr, βρέθηκαν έπειτα από έναν ακόμα δύσκολο χρόνο σε μια παράσταση η οποία κάτω από τη σκέπη ενός καλοκαιρινού καύσωνα και της αόρατης απειλής ενός ιού και ενός ριζωμένου και καλλιεργημένου φόβου, κάτω από εξαιρετικά αντίξοες συνθήκες, μπόρεσε να σηκώσει το βάρος όλων των παραπάνω και να ελαφρώσει με γέλιο και κέφι τις καρδιές των θεατών. Το γνήσιο, ξέγνοιαστο γέλιο, έχει πλέον φτάσει να θεωρείται πολυτέλεια και ο Χάρης Ρώμας, από την αρχή της καριέρας του, μόνο τσιγκούνης δεν ήταν σε ό,τι αφορά την προσφορά του σε αυτό.

Από την πλευρά μιας δημοσιογράφου, το να προσπαθήσει να μπει σε κριτική δεδομένων των συνθηκών αφενός και της ποιότητας του όλου εγχειρήματος αφετέρου, είναι κάτι ιδιαίτερα δύσκολο. Αρχικά, γιατί πιστεύω σε προσωπικό επίπεδο ότι ειδικά λόγω των προαναφερθέντων συνθηκών, κάθε καλλιτεχνική προσπάθεια πρέπει να ενθαρρύνεται και να επαινείται και μόνο από το γεγονός ότι κάποιοι άνθρωποι, μέσα από ένα σκηνικό παύσης και κατάρρευσης, έχουν τη δύναμη να στηλώσουν ξανά τα πόδια και να προσπαθήσουν να κάνουν αυτό για το οποίο είναι γεννημένοι και αγαπούν. Αυτό και μόνο, θεωρώ ότι είναι άξιο σεβασμού και οφείλουμε ως άνθρωποι αρχικά και έπειτα ως δημοσιογράφοι, να το σεβόμαστε.

Κάθε καλλιτεχνική προσπάθεια γενικά αξίζει την προσοχή μας και αν υπάρχει κάποια κακή κριτική, αυτή θεωρώ ότι είναι σωστό να γίνεται κατ’ ιδίαν. Η γενική κατακραυγή ανήκει στην κατηγορία του όχλου και πιστεύω ότι ειδικά ένας άνθρωπος που υπηρετεί την τέχνη (έστω και από την άλλη πλευρά), οφείλει να δείχνει αποδοχή, σεβασμό και επιείκεια. 

Η ίδια η ιστορία έχει διδάξει ότι μια άσχημη παράσταση του σήμερα, μπορεί να σημαίνει μια σπουδαία παράσταση του αύριο. Σε αυτό το αύριο κι εγώ λοιπόν, στρέφω το βλέμμα, δίνω και πάντοτε θα δίνω την ευκαιρία στον κάθε καλλιτέχνη να προσπαθήσει. Ξανά και ξανά, αν χρειαστεί. Γράφω όλα αυτά, γιατί κατά καιρούς, έχω ευγενικά “κατηγορηθεί”, ότι παραείμαι επιεικής. Όχι, στην προσωπική μου άποψη, μπορεί να μην είμαι επιεικής. Πιστεύω όμως στη δύναμη του λόγου, σε μεγάλο βαθμό. Και δε θέλω ο δικός μου λόγος, να είναι η αιτία που κάποιος καλλιτέχνης θα σταματήσει να προσπαθεί. Γνωρίζω από πρώτο χέρι, τη δύναμη της ενθάρρυνσης και του καλού λόγου. Γνωρίζω τη δύναμή του και γι αυτόν τον λόγο, τέτοια δύναμη θέλω να έχω στα χέρια μου.

Πίσω στην κριτική μας όμως…σε ένα θεατρικό έργο, το οποίο το γνωρίσαμε ως πλατύ κοινό  στη θρυλική κινηματογραφική κωμωδία του 1961, υπό την έμπνευση του Νίκου Τσιφόρου και του Πολύβιου Βασιλειάδη. Πρωταγωνιστές τότε, ο αξεπέραστος Βασίλης Αυλωνίτης, η Γεωργία Βασιλειάδου και ο Νίκος Ρίζος. Μισός αιώνας και  περίπου δέκα χρόνια έπειτα, ένας από τους καλύτερους σύγχρονους κωμικούς, σε ρόλο διασκευαστή, σκηνοθέτη και πρωταγωνιστή, ο Χάρης Ρώμας, δημιουργεί τη δική του, σύγχρονη εκδοχή, η οποία αποκτά μια άλλη νότα, τόσο καλλιτεχνική όσο και μουσική, και έρχεται να κατακτήσει ακόμα περισσότερες γενιές. 

213016189_10158636939834227_2471243052121201108_n

Ο Γιώργος Γαλίτης ως Μάχος, ο κοντός, μας έπεισε για άλλη μια φορά για το πόσο υψηλά τοποθετεί την τέχνη που υπηρετεί. Έχοντας ήδη δώσει δείγματα σοβαρής και ποιοτικής καλλιτεχνικής γραφής στο παρελθόν με έργα τα οποία ξεχώρισαν, για άλλη μια φορά, ντύνεται τέλεια έναν κωμικό ρόλο και του εμφυσεί την προσωπική του ερμηνευτική αύρα.

Λίγα λόγια για το θεατρικό

Κλέαρχος Ζουγκαλάς (Χάρης Ρώμας): Ευκατάστατος, παλαιών αρχών, αλλά “ελεύθερο πουλί” μεσήλικας ιδιοκτήτης ιχθυοπωλείου, ο οποίος  αρέσκεται στο να απατά την Μαρίνα τη γυναίκα του. Όταν μπλέκει με τη ναζιάρα, συμφεροντολόγα και παραδόπιστη Λόλα, ένοικο της πολυκατοικίας, αποφασίζει να ξεφύγει σε ένα ερωτικό ταξιδάκι στο Λουτράκι μαζί της. Για να μην το μάθει όμως η Μαρίνα, χρησιμοποιεί τον γαμπρό του, τον Μάχο. Στο Λουτράκι όμως, βρίσκει τον διάβολό του…όχι από μία, όχι από δύο, αλλά από 3 γυναίκες μαζί! Μέσα από ένα σωρό ανατροπές, ανακαλύψεις και αποκαλύψεις, θα τη βγάλει καθαρή άραγε ο Κλέαρχος; 

Μαρίνα (Ευτυχία Φαναριώτη): Μια Μαρίνα που γυρίζει και “μυρίζει”. Αστράφτει και βροντά και είναι ο φόβος και ο τρόμος του άντρα της ανιψιάς της, του Μάχου, τον οποίο δεν τον αφήνει σε χλωρό κλαρί. Ακόμα και όταν εκείνος πάει για ιαματικά λουτρά στο Λουτράκι,  η Μαρίνα, πάντοτε σε υποψίες για πιθανές παρανομίες του, αποφασίζει να τον πάρει στο κατόπι προκειμένου να ανακαλύψει τις τυχόν γυναικοδουλειές του. Στο θέρετρο όμως την περιμένουν μεγάλες εκπλήξεις! Πώς θα τα βγάλει πέρα η Μαρίνα με δύο άπιστους παρέα;

Μάχος (Γιώργος Γαλίτης): Ένας άντρας ο οποίος όσο ύψος του λείπει το έχει σε γοητεία (ή τουλάχιστον έτσι θέλει να νομίζει)! Αγαπημένος της Πουλχερίας, εν δυνάμει Ιταλός ζεν πρεμιέ στο Λουτράκι για τα μάτια της Αγγλίδας (;) Ντέμπυ, αντικείμενο μίσους της Μαρίνας, και το κυριότερο…παραλίγο μέγας λατίνος εραστής και εκατομμυριούχος! Όλα αυτά, με τη βοήθεια του Κλέαρχου φυσικά (οι ένοχοι αμαρτωλοί πάντα συνεργάζονται στο τέλος). Πρόσεχε όμως Μάχο…κάπου στη γωνιά, η Μαρίνα παραμονεύει!

Λόλα (Τάνια Τρύπη): Μια ζωηρή και γοητευτική ζωντοχήρα γειτόνισσα  η οποία έχει βάλει στο μάτι τη γοητεία του Κλέαρχου (συγκεκριμένα τη γοητεία του πορτοφολιού του),  και τον παροτρύνει να της κάνει παρέα στις διακοπές της στο Λουτράκι. Εκπλήξεις θα την βρουν εκεί, όμως η Λόλα βγαίνει πάντα λάδι σε όλα!

Πουλχερία (Εύη Κολιούλη): Η γλυκύτατη, πιστά ερωτευμένη με τον Μάχο, ανιψιά της Μαρίνας, η οποία αγαπά ανιδιοτελώς τόσο τον άντρα της όσο και τον θείο και τη θεία της. Η εκδρομή στο Λουτράκι, τι εκπλήξεις άραγε της επιφυλάσσει; 

Ντίμης (Βαγγέλης Δουκουτσέλης): Ο γιεγιές της πολυκατοικίας, σε έναν ρόλο-μυστήριο, ο οποίος αποκαλύπτεται στο τέλος και σχετίζεται άμεσα με τη Λόλα. Ναι…θα βρεθεί για τους δικούς του λόγους στο Λουτράκι και αυτός…Στο μεταξύ, την ελεύθερη ώρα του, πιστεύει ότι είναι  δικηγόρος. Πού κολλάει όλο αυτό; Θα το μάθετε στην παράσταση!

Ντέμπυ (Μαρία Κοκολάκη): Μια Αγγλίδα με ρίζες ελληνικές, ή απλά μια Ελληνίδα που το παίζει Αγγλίδα προκειμένου να πιάσει την καλή; Δεν έχει σημασία για την Ντέμπυ. Στο Λουτράκι, θα μεθύσει και κυριολεκτικά και μεταφορικά τον Μάχο, θα φλερτάρει με έναν θερμό Ισπανό (ναι, Κλέαρχε για εσένα μιλάμε), στο τέλος όμως θα την κερδίσει ο έρωτας με τον πιο απρόσμενο τρόπο. Η συνέχεια επί σκηνής…όλα εδώ θα τα πούμε;

Λάζαρος (Αντώνης Καλομοιράκης): Ο πιο απερίγραπτος σερβιτόρος που πέρασε ποτέ από το Λουτράκι, ο οποίος με έναν μαγικό τρόπο γνωρίζει ΟΛΕΣ τις γλώσσες του κόσμου (ελάτε να το δείτε στην παράσταση αν δε με πιστεύετε!) και με όλα όσα λέει και κάνει  περιπλέκει ακόμα περισσότερο τις μεταξύ τους καταστάσεις! Τα βέλη όμως του έρωτα καραδοκούν και για εσένα Λάζαρε!

Κριτική ανάλυση του θεατρικού

Το τι ορίζεται ως καλλιτεχνικό δημιούργημα “κλασικό”, είναι μια απάντηση την οποία την προσφέρει μακροπρόθεσμα ο χρόνος και η αγάπη του κοινού. Όταν ένα έργο μετρά πλέον γενιές πλήρους αποδοχής και θαυμασμού, τότε όντας κλασικό, έχει αποκτήσει και την απαραίτητη δυναμικότητα να συνεχίζει να υφίσταται ως δημιουργία τόσο στο παρόν όσο και στο μέλλον.

Η αλήθεια είναι ότι η δεκαετία του εξήντα σε σχέση με τον ελληνικό κινηματογράφο, ήταν η “χρυσή” δεκαετία της χώρας μας. Πολλά διαχρονικά και αξέχαστα έργα συντρόφευσαν και συντροφεύουν ακόμα και σήμερα άτομα κάθε ηλικίας, μέσα από γεγονότα πάσης φύσεως τα οποία άλλαξαν και αλλάζουν ολόκληρη την ιστορία. Η αγάπη όμως για τον παλιό ελληνικό κινηματογράφο, είναι ένα σημείο αναφοράς για σύγχρονους, ταλαντούχους καλλιτέχνες.

Στην περίπτωση του Νίκου Τσιφόρου και του Πολύβιου Βασιλειάδη, οι οποίοι εμπνεύστηκαν αυτό το ξεκαρδιστικό σενάριο πριν από 60 κοντά χρόνια, εν έτι 2020/21, μόνο κάποιος καλλιτέχνης της δικής τους εμβέλειας θα μπορούσε να αναλάβει τη διασκευή του έργου τους, τη σκηνοθεσία του και τη μεταφορά του στη θεατρική σκηνή ώστε αν κατά κάποιο μαγικό τρόπο οι αρχικοί εμπνευστές ήταν εν ζωή, να ήταν περήφανοι για τη συνέχεια αυτή. Κάπου εδώ έρχεται ο Χάρης Ρώμας και αποδεικνύει για άλλη μια φορά, εκείνο που όλοι μας ήδη γνωρίζουμε:  ότι τα μισά από τα εξήντα αυτά χρόνια ελληνικής κωμωδίας, ανήκουν στον ίδιο και τη συνεχή εργασία του στον χώρο της τέχνης και της ψυχαγωγίας. Θεωρώ ότι το ίδιο του το τηλεοπτικό και θεατρικό έργο είναι η καλύτερη “καλλιτεχνική ταυτότητα”. Χωρίς περαιτέρω αναλύσεις, πέρα από την απεριόριστη αγάπη του κοινού, η οποία είναι και η εγκυρότερη απάντηση σε οποιοδήποτε ερώτημα.

Αν κάτι μου προξενεί μεγάλο θαυμασμό τα τελευταία δύσκολα χρόνια, είναι η δύναμη και η αισιοδοξία, είναι η αυταπάρνηση και η αγάπη για το κοινό ορισμένων δημιουργών οι οποίοι αποφάσισαν να δηλώσουν παρουσία μέσα σε μια πρωτοφανή κοινωνική κατάσταση πανδημίας. Σε αυτή τη σφαίρα θαυμασμού κινείται και η σημερινή μου κριτική. Και φυσικά επίσης στη σφαίρα μιας άριστα δομημένης σεναριογραφικής και σκηνοθετικής εργασίας. 

Η μεταφορά ενός κινηματογραφικού έργου στο θεατρικό σανίδι, ενέχει σαφώς τους κινδύνους της, όμως το ταλέντο και η εμπειρία μπορούν σε κάθε περίπτωση να κάνουν θαύματα και δύνανται να μεταφέρουν τη ζωντάνια και τη μαγεία της μεγάλης οθόνης μπροστά στα μάτια ενός ζωντανού κοινού. Έχοντας κρατήσει την πνοή της αρχικής δημιουργίας, ο Χάρης Ρώμας, μας παρέδωσε ένα θεατρικό το οποίο ταίριαξε τέλεια στη δική μας εποχή και δημιούργησε νέους χαρακτήρες βάσει των χαρακτήρων του κινηματογράφου. Οι νέοι χαρακτήρες, σύγχρονοι και ταυτόχρονα ρετρό, καλλιτεχνικά θεατρικοί, κινητικά και εκφραστικά ελεύθεροι, μας σύστησαν μια νέα ομάδα ερμηνευτών η οποία κέρδισε σαφώς τις εντυπώσεις.

Ακούγεται από πολλές πλευρές ότι ένας ηθοποιός δεν μπορεί να είναι ταυτόχρονα και σκηνοθέτης. Η πραγματικότητα το έχει διαψεύσει όλο αυτό το θεώρημα. Και αυτό γιατί κάθε ηθοποιός, σε κάθε του κίνηση αυτοσκηνοθετείται, όπως κάθε σκηνοθέτης κάθε κίνηση του ηθοποιού την έχει ήδη προβλέψει στον νου του ο ίδιος πριν δώσει την εντολή. Πίσω ή μπροστά από την κάμερα, εφόσον υπάρχει μια κάμερα και ένα άμεσο ή έμμεσο κοινό, ο στόχος και η ουσία γίνονται ένα. Γι αυτό τον λόγο και ο Χάρης Ρώμας, με τη βοήθεια του Κωνσταντίνου Φρίγγα, σκηνοθέτησε άψογα το θεατρικό και ταυτόχρονα ερμήνευσε έναν αξιαγάπητο Κλέαρχο με τον μοναδικό τρόπο που μόνο εκείνος γνωρίζει. Εύχομαι τα δικά μου συγχαρητήρια να τα έχει ήδη λάβει εις τριπλούν από το κοινό του και να συνεχίσει να τα λαμβάνει εσαεί γιατί πραγματικά το αξίζει. 

Ο Γιώργος Γαλίτης ως Μάχος, ο κοντός, μας έπεισε για άλλη μια φορά για το πόσο υψηλά τοποθετεί την τέχνη που υπηρετεί. Έχοντας ήδη δώσει δείγματα σοβαρής και ποιοτικής καλλιτεχνικής γραφής στο παρελθόν με έργα τα οποία ξεχώρισαν, για άλλη μια φορά, ντύνεται τέλεια έναν κωμικό ρόλο και του εμφυσεί την προσωπική του ερμηνευτική αύρα. Το αποτέλεσμα, απλά ξεκαρδιστικό και καθηλωτικό: νευρώδης, αεικίνητος σαν ελατήριο, κατορθώνει να κρατάει την προσοχή του κοινού και να του προσφέρει άφθονες στιγμές ειλικρινούς γέλιου και χαράς. Είναι εύκολο να γελάσει κάποιος. Είναι όμως ιδιαίτερα δύσκολο να γελάσει βαθιά και ειλικρινά….και κυρίως…να θυμάται το συγκεκριμένο γέλιο για πολύ καιρό. Τέτοιου είδους καλλιτέχνης είναι ο Γιώργος Γαλίτης. Ας είναι λοιπόν το γέλιο μου που πάντοτε θα παραμένει, οι λέξεις συγχαρητηρίων που ίσως χαθούν μέσα σε εκατοντάδες άλλα γραφόμενα.

211279971_10158636939699227_5108089071388484267_n

Η Ευτυχία Φαναριώτη, την οποία την πρωτοείδα στο “Καφέ της Χαράς” και την αγάπησα εκεί, ειλικρινά τη λάτρεψα στη σκηνή του Κηποθεάτρου Παπάγου. Ναι, δεν ομοιάζει εξωτερικά και στον τρόπο που μιλάει και παίζει με τη Γεωργία Βασιλειάδου και δε νομίζω ότι τελικά το ζητούμενο που ήθελε να περάσει ο Χάρης Ρώμας, είναι αυτό. Στο θεατρικό αυτό, έχουμε μπροστά μας μια Μαρίνα η οποία είναι μια πηγαία ερμηνευτική και κωμική δύναμη, γεμάτη με φως. Το ταλέντο της, την καθιστά απόλυτα ικανή να δημιουργεί από μόνη της μοντέλα ρόλων και να είναι σε θέση να τα ερμηνεύει με τον δικό της τρόπο. Έναν τρόπο που την κάνει ιδιαίτερα αγαπητή στο κοινό της, και καθόλου άδικα. Είναι εξαιρετική σε ό,τι κι αν κάνει και πρέπει να το γνωρίζει αυτό. Ειλικρινά, της εύχομαι μόνο την καλύτερη και πιο λαμπερή συνέχεια στην καλλιτεχνική της διαδρομή!

Η Τάνια Τρύπη, ως γόησσα Λόλα, αποδεικνύει περίτρανα την αειθαλή ομορφιά της αφενός και το αδιαμφισβήτητο σκηνικό χάρισμα και ταλέντο που τη διακρίνει.  Με ξεχωριστό μπρίο και χάρη, έγινε η γυναίκα της διπλανής πόρτας η οποία βάζει σε πειρασμό κάθε αρσενικό της πολυκατοικίας και δημιουργεί μεγάλες φουρτούνες και μπελάδες στον Κλέαρχο. Μια σπουδαία καλλιτέχνιδα η οποία μπορεί να ενσαρκώσει με ευκολία και μεγάλη μαεστρία οποιονδήποτε ρόλο, εντυπωσιάζει με τη λάμψη της ακόμα μια φορά. 

Ο Βαγγέλης Δουκουτσέλης ως Ντίμης και ως δικηγόρος, μας φανερώνει το πόσο επιτυχημένα μπορεί κάποιος ηθοποιός να ντυθεί δύο ρόλους, εξίσου κωμικούς και διασκεδαστικούς. Η Εύη Κολιούλη ως Πουλχερία, γλυκιά και ζουμερή σα ροζ τσιχλόφουσκα, ήταν το τέλειο ταίρι της θείας Μαρίνας και του πονηρούλη Μάχου. Με καλή καρδιά και μεγάλη εμπιστοσύνη και αγάπη στον άντρα της ζωής της, αθώα ακόμα και όταν αποδεικνύεται το τουναντίον, σε κάθε περίπτωση, βγαίνει κερδισμένη γιατί κερδίζει την αγάπη του κοινού.

Η Μαρία Κοκολάκη ως Ντέμπυ, μια πανέμορφη Αγγλίδα από την Ελλάδα (πώς είναι δυνατόν αυτό; Και όμως είναι…), αποτελεί μια πνοή νεανικής κομψότητας και δροσιάς η οποία έχει βάλει στόχο τα υψηλά  πορτοφόλια είτε του Μάχου, είτε του Κλέαρχου…..σε όποιον λάχει  ο κλήρος. Στο τέλος όμως, κερδίζει ο επιλαχών! Ο Αντώνης Καλομοιράκης, ως κολιτσίδας σερβιτόρος που ξέρει όλες τις ξένες γλώσσες που δεν ξέρει,  προσφέρει άπειρα σκηνικά γέλιου και δένει αφάνταστα ως ερμηνεία με την Ντέμπυ και τους δύο γαμπρούς της συμφοράς. Στο τέλος όμως, βρίσκει κι αυτός τη δασκάλα του…

Όλοι οι παραπάνω ηθοποιοί, εξίσου δυναμικοί ως ρόλοι και ταλαντούχοι, έδεσαν τέλεια ως ομάδα και έδωσαν κάτι παραπάνω από τον καλύτερό τους εαυτό. Τους αξίζουν απεριόριστες ευχαριστίες και μπράβο για το γεγονός ότι μπόρεσαν αγόγγυστα για μιάμιση περίπου ώρα, σε μια μέρα καλοκαιρινού καύσωνα, να σηκώσουν τόσο δροσερά και επιτυχημένα μια παράσταση!

Η μουσική σύνθεση του θεατρικού ανήκει στον Χρήστο Παπαδόπουλο ο οποίος εμπνεύστηκε και το πρωτότυπο τραγούδι της παράστασης “Πόσες χιλιάδες ψέματα”, και μαζί με τον Χάρη Ρώμα στους στίχους και τη συμμετοχή όλων των ηθοποιών του θιάσου, ξεσηκώνει το κοινό και μας μεταφέρει το μουσικό ρεύμα της δεκαετίας του εξήντα, στα σημερινά, σύγχρονα δεδομένα. Οι χορογραφίες του Θοδωρή Πανά, σε μοντέρνο στυλ, θύμιζαν το πνεύμα της δεκαετίας του εξήντα με μια πνοή όμως σύγχρονης εποχής, το ίδιο και τα σκηνικά και τα κοστούμια της Λαμπρινής Καρδαρά, που εντυπωσίασαν με τα χρώματα και την κομψότητά τους. Οι φωτισμοί του Αντώνη Παναγιωτόπουλου, μπόρεσαν να στηρίξουν ιδιαίτερα επιτυχημένα όλη την παραπάνω προσπάθεια και μας έβαλαν για τα καλά στο κλίμα του θεατρικού. Πάρα πολύ καλή η  δουλειά όλων των ανωτέρω δημιουργών. Τους εύχομαι καλή συνέχεια και πάντα έμπνευση για νέες δημιουργίες και συνεργασίες. 

Η θεατρική αυτή παράσταση έχει ξεχυθεί στις γειτονιές της χώρας και έχει σκοπό να κάνει πιο χαρούμενη και όμορφη τη ζωή όλων μας σε μια χρονική συγκυρία που την έχουμε απόλυτα ανάγκη. Ας αγκαλιάσουμε λοιπόν όλοι με αγάπη την ευεργετική επίδραση του θεάτρου στην ίδια την ψυχή και ας χαρίσουμε στον εαυτό μας το υπέρτατο δώρο: το γέλιο. Ο Χάρης Ρώμας και η υπέροχη παρέα του είναι οι ειδικοί σε αυτή την αποστολή και σας περιμένουν να σκορπίσετε όλους τους φόβους και τις μαύρες σκέψεις μακριά. Αυτό σημαίνει άλλωστε και το ρήμα “διασκεδάζω – σκεδάννυμι”, στα αρχαία ελληνικά…

Συντελεστές θεατρικού

Σενάριο : Νίκος Τσιφόρος – Πολύβιος Βασιλειάδης

Διασκευή: Χάρης Ρώμας

Σκηνοθεσία: Χάρης Ρώμας

Πρωταγωνιστούν : Χάρης Ρώμας, Γιώργος Γαλίτης, Ευτυχία Φαναριώτη και η Τάνια Τρύπη, καθώς και οι Βαγγέλης Δουκουτσέλης, Εύη Κολιούλη, Αντώνης Καλομοιράκης και Μαρία Κοκολάκη.

Φωτισμοί: Αντώνης Παναγιωτόπουλος

Σκηνικά – Κοστούμια: Λαμπρινή Καρδαρά

Μουσική Σύνθεση: Χρήστος Παπαδόπουλος

Χορογραφίες: Θοδωρής Πανάς

Βοηθός Σκηνοθέτη: Κωνσταντίνος Φρίγγας

Φωτογράφος: Πάνος Γιαννακόπουλος

Μακιγιάζ : Λένα Καράμανλη

Περούκες – Hair Stylist: BERGMANN KORD

Οργάνωση παραγωγής: Αλεξάνδρα Ευστρατιάδη

Αγγελική Μπάτσου

Αγγελική Μπάτσου

Γεννήθηκα πριν αρκετά καλοκαίρια (κι άλλους τόσους χειμώνες)στην Αθήνα. Είχα την τιμή να μεγαλώσω στους Αγ.Αναργύρους,όπου έζησα τα ομορφότερα παιδικάχρόνια σε μια τεράστια αυλή,παρέα με τα γατιά μου και δυο ζευγάρια παππούδες και γιαγιάδες που πάντα θα υπεραγαπώ.Έπειτα ήρθε η Γαλλική Φιλολογία,επιπλέον σπουδές σε γλώσσα και μετάφραση και η οικογένεια. Δεν σταμάτησα όμως ποτέ να είμαι παιδί της ποίησης,της λογοτεχνίας,της ζωγραφικής και της μουσικής και το όνειρό μου από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου,ήταν να ταξιδέψω σ’όλο τον κόσμο και ιδιαίτερα στο Θιβέτ!
Σ’όλο τον κόσμο τελικά δεν μπόρεσα να πάω...κατόρθωσα όμως να φανταστώ και να χαράξω τα ίχνη αυτού μέσα από ταμονοπάτια της ποίησης,της λογοτεχνίας και της φαντασίας. Αγαπημένος μου συγγραφέας ο Έντγκαρ Άλλαν Πόε,αγαπημένος ποιητής ο Ουϊλιαμ Μπλέϊκ,ο Μπωντλαίρ και ο Απολιναίρ, αγαπημένος ζωγράφος ο Βαν Γκογκ και ο Γκουστάβ Κλιμπ.
Αγγελική Μπάτσου