Γράφει η Αγγελική Μπάτσου

Βρεθήκαμε στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά για να δούμε την παράσταση «Βέντλα, το ξύπνημα της άνοιξης» του Γερμανού συγγραφέα Frank Wedekind σε σκηνοθεσία  Αντώνη Morgan Κωνσταντουδάκη.

Το Δημοτικό Θέατρο του Πειραιά είναι ένα νεοκλασικό κτίριο, που χτίστηκε σε σχέδια του αρχιτέκτονα Ιωάννη Λαζαρίμου κι εγκαινιάστηκε στις 9 Απριλίου του 1895. Έχει χωρητικότητα 600 θέσεων και βρίσκεται στο κεντρικότερο σημείο του Πειραιά.

Ένα αρχιτεκτονικό στολίδι, με εκπληκτική εσωτερική διακόσμηση που σε παραπέμπει σε άλλες εποχές, μα ζει και ανασαίνει μαζί με τις κάθε είδους παραστάσεις που ανεβάζει. Το φουαγιέ του, στον επάνω όροφο, είναι ουσιαστικά μια μεγάλη σάλα του περασμένου αιώνα και το κλίμα το βράδυ της παράστασης, καθώς ανέβαινα τις σκάλες θα μπορούσε να θεωρηθεί και νοσταλγικό αν στην κορυφή δεν με περίμενε μια μαυροντυμένη φιγούρα ντόμινο με λευκή μάσκα. Δεν μπόρεσα να πω αν ήταν άντρας ή γυναίκα, καθώς σιωπηλή μου έγνεψε να μπω στην αίθουσα.

Σε μινιμαλιστικό σκηνικό, σε μια φωτοτράπεζα που έγινε παιδικό κρεβάτι όταν έσβησαν και μετά άναψαν τα φώτα, ήταν και η πρώτη μου γνωριμία με την Βέντλα. Η συνέχεια με παρέσυρε…

Λίγα λόγια για το έργο:

Μέσα από τη ζωή και το ξαφνικό ξύπνημα της εφηβείας πέντε παιδιών, φανερώνεται ο εύθραυστος ψυχικός κόσμος τους, ερωτήματα που μένουν αναπάντητα, άψυχες σχέσεις, αναποτελεσματική επικοινωνία και διαπαιδαγώγηση από μέρους των γονιών, στείρο σύστημα εκπαίδευσης, βίαια σεξουαλικά ένστικτα, λέξεις που δεν ειπώθηκαν και πράξεις που έγιναν ή δεν έγιναν και έχουν τελικά ολέθρια αποτελέσματα στις ζωές των παιδιών αυτών. Όλα αυτά, εναλλασσόμενα σε γρήγορες σκηνές που κόβουν την ανάσα.

Η κριτική μας:

«Η ζωή είναι μια απροσδόκητη ατυχία»- Μέλχιορ Γκάμπορ, ετών 14.

Μία παράσταση ακατάλληλη για ηθικολάγνους, λέει… Η ηθική όμως δεν παρουσιάζει καμία απολύτως λαγνεία, όταν ένα έργο πραγματεύεται τόσο ωμά και ανοιχτά το ζήτημα της ευάλωτης, παιδικής ακόμα ψυχής και κυρίως τον θάνατο από αιτίες που δεν φέρουν καμία ευθύνη τα ίδια τα παιδιά. Ας λείπει λοιπόν, αυτού του είδους η λαγνεία. Είναι, λίαν επιεικώς, υποκριτική. Έτσι τουλάχιστον αντελήφθη την πραγματικότητα ο συγγραφέας μας και την παρουσίασε ως είχε. Με όλη τη σφοδρότητα, σκληράδα και ωμότητα των παιδιών που γίνονται έφηβοι και την καλυμμένη πίσω από τους καλούς τρόπους οπισθοδρομική, απρόσωπη και εξίσου σκληρή και ωμή κοσμοαντίληψη των ενηλίκων γονέων και εκπαιδευτικών στο «πώς» μεγαλώνουν σωστά τα παιδιά. Ολόκληρος ο τίτλος του έργου είναι «Το ξύπνημα της Άνοιξης, μια παιδική τραγωδία» και νομίζω ότι λέει όλα όσα δεν τόλμησε την εποχή που γράφτηκε (1890) να πει κανείς. Γι΄αυτό τον λόγο και ανακηρύχθηκε απαγορευμένο και ανέβηκε τελικά για πρώτη φορά ύστερα από δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια.

H μετάφραση του έργου με την υπογραφή της Ντίμης Θεοδωράκη, αναδεικνύει με τον πιο άριστο τρόπο την βαθιά και ιδιαίτερα αισθαντική πένα του συγγραφέα και πρόκειται για μία από τις καλύτερες μεταφράσεις που έχω συναντήσει ποτέ μου. Σε συνεργασία με τον σκηνοθέτη, Αντώνη Morgan Κωνσταντουδάκη και τη βοηθό σκηνοθέτη Υρώ Μακρή, το συνολικό αποτέλεσμα είναι καλλιτεχνικά άψογο, δεμένο, δυνατό και με ιδιαίτερα στοιχεία, τόσο στον τομέα ερμηνείας, όσο και στις επιμέρους λεπτομέρειες σε διακόσμηση, χρήση τηλεόρασης και φωτισμό. Ο σκηνοθέτης μας, έχει αναλάβει ένα ομολογουμένως δύσκολο σκηνοθετικά έργο, μα έχει καταφέρει να το αποδώσει σκηνοθετικά με έναν νέο, ρεαλιστικό και ταυτόχρονα μοντέρνο τρόπο. Με χρήση φωτισμών και οθονών, με προσθήκη πολυμέσων, η παλιά εποχή του έργου μοιάζει να θολώνει και η όλη φιλοσοφία μεταφέρεται με άνεση και αγγίζει ακόμα και τη σημερινή μας εποχή. Μια εποχή που ενώ έχει αποτινάξει πολλά παλιά στεγανά και κακώς κείμενα, συνεχίζει και παραμένει ηθικός αυτουργός για λάθος πράξεις τόσο από πλευράς παιδιών, όσο και από πλευράς εκπαίδευσης και γονέων. Μια ματιά στα στατιστικά δεδομένα των παράνομων εκτρώσεων σε ανήλικα άτομα, αρκεί νομίζω για να μας δείξει ότι υπάρχει ακόμα πολύς δρόμος μπροστά μας σε μια κοινωνία που η σωστή επικοινωνία ανάμεσα σε γονείς και παιδιά δεν έχει επιτευχθεί ακόμα και η εκπαίδευση είναι απρόσωπη και αδιάφορη σαν δημόσια υπηρεσία.

Η παράσταση αυτή, δοσμένη με απλότητα και αμεσότητα, φέρνει το παρελθόν στο παρόν και προβληματίζει για το πόσο επίκαιρος μπορεί να είναι ακόμα και σήμερα ένας συγγραφέας του 19ου αιώνα. Γιατί οι ηθικοί φραγμοί και αρχές αντέχουν τελικά τόσο πολύ; Κυρίως… γιατί οι νέοι τις παραβιάζουν με τόσο καταστροφικό πάθος;

alexandros-chountas-lowΘέτοντας τέτοιου είδους ερωτήματα ο σκηνοθέτης μας, περισσότερο προβληματίζει παρά σοκάρει, μια και θα ήταν υποκρισία να σοκάρεται κανείς για πράγματα που ήδη ξέρει ότι συμβαίνουν εδώ και αιώνες. Προχωρώντας ένα βήμα πιο πέρα και από τους ψυχολόγους που έκαναν λόγο για κατάρρευση των αξιών, το έργο αυτό στην ουσία του υπαινίσσεται την ανάγκη ακριβώς αυτής της κατάρρευσης, προκειμένου να φτιαχτεί από την αρχή ένα πιο υγιές σύστημα επικοινωνίας, συμπεριφοράς και αλληλεπίδρασης ανάμεσα σε γονείς-παιδιά, δασκάλους-παιδιά και από παιδιά σε συνομηλίκους τους. Η ίδια η πλοκή του καθοδηγεί: θάνατος. Ακραίο παράδειγμα, αλλά υπαρκτό. To λένε τα παιδιά στο έργο, το λένε και οι οθόνες της τηλεόρασης στην παράσταση, που παρουσιάζουν τον απομονωμένο, απρόσωπο κόσμο των ενηλίκων. Μια άριστη σκηνοθεσία που κράτησε αμείωτο το ενδιαφέρον για δύο ώρες και προβλημάτισε με όλα τα ερωτήματα που έθεσε.

Το ξύπνημα της άνοιξης είναι μερικές φορές αργό, άλλες απότομο, είναι όμως πάντα έντονο, μια τεράστια μετάβαση και αλλαγή από την εποχή της αθωότητας σε μια εποχή που τα αναπάντητα ερωτήματα βρίσκουν απαντήσεις, οι οποίες πολλές φορές γκρεμίζουν τα όνειρα και τις ελπίδες ενός νέου έφηβου. Τα μωρά δεν τα φέρνουν οι πελαργοί, οι ορμές δεν είναι μόνο ρομαντισμός, αλλά πάθος και βία κάποιες στιγμές, ο έρωτας γίνεται σεξ ή και βιασμός, η επαφή γίνεται πόνος ή και ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη, η αποτυχία γίνεται προσωπικός σταυρός και ο θάνατος δεν είναι πια μια αόριστη ιδέα. Είναι ένα βήμα πιο μακριά… αρκεί να υπάρχει ένα όπλο. Ηθικοί αυτουργοί και σύντροφοι σε όλο αυτό το ταξίδι της ζωής που για τον κάθε Μέλχιορ μοιάζει σαν τιμωρία, το σαθρό εκπαιδευτικό σύστημα, η υποκριτική απάθεια των γονιών, τα ταμπού και στεγανά που θέτει η κοινωνία και που πολλά ισχύουν ακόμα και σήμερα. Από την άλλη πλευρά όμως, οι ήρωες του συγγραφέα μας αναλίσκονται στο ίδιο τους το πάθος. Θαρρείς και το ξύπνημα αυτό, τους δίνει κέρινα φτερά και σαν τον Ίκαρο γκρεμίζονται στο άγριο πέταγμά τους.

Τα μέτρα έχουν χαθεί και από τις δύο πλευρές. Από τη μια μεριά ο σκληρός πάγος των γονιών και εκπαιδευτικών που δε ραγίζει καν και από την άλλη η λαίλαπα της εφηβικής ψυχής που χτυπημένη από ορμές και νέες εμπειρίες, παραπαίει στον ίδιο της τον χορό της άνοιξης. Η Βέντλα, που την ερμηνεύει η Λίνα Φούντογλου, μέσα σε λίγες στιγμές εγκαταλείπει τον κόσμο της αθωότητας και τα ερωτήματά της για το πώς έρχονται τα παιδιά, απαντώνται με τον χειρότερο δυνατό τρόπο. Με τραγικό τρόπο, που συνδυάζει όλη την παιδική αθωότητα με μια ντελικάτη αρχή άνοιξης που την καταστρέφουν βάναυσα, η ηθοποιός μας καταφέρνει να μοιάζει όντως σαν ένα δεκατετράχρονο παιδί. Κατορθώνει να μας μεταδώσει όλη την αγωνία που ζει, από την αρχή του έργου ως και το τέλος. Όλη της η πορεία είναι ένας αγώνας δρόμου για να βρει απαντήσεις σε ερωτήματα. Μοιάζει σαν μια πεταλούδα της νύχτας που πετά γύρω από το φως για να βρει ζεστασιά. Όμως εκείνο την καίει. Τραγική η ερμηνεία της και ακόμα πιο τραγική η πτώση. Ένας εξαιρετικά δύσκολος και απαιτητικός ρόλος, που απαιτεί μια ιδιαίτερα ταλαντούχα ηθοποιό. Η Λίνα Φούντογλου ήταν μια άριστη επιλογή και έπαιξε με όλη της την ψυχή έναν ρόλο που δύσκολα θα ξεχάσω. Της εύχομαι μόνο τα καλύτερα για το μέλλον που είναι σίγουρα όλο δικό της!

Ο σκηνοθέτης μας, έχει αναλάβει ένα ομολογουμένως δύσκολο σκηνοθετικά έργο, μα έχει καταφέρει να το αποδώσει σκηνοθετικά με έναν νέο, ρεαλιστικό και ταυτόχρονα μοντέρνο τρόπο. Με χρήση φωτισμών και οθονών, με προσθήκη πολυμέσων, η παλιά εποχή του έργου μοιάζει να θολώνει και η όλη φιλοσοφία μεταφέρεται με άνεση και αγγίζει ακόμα και τη σημερινή μας εποχή. Μια άριστη σκηνοθεσία που κράτησε αμείωτο το ενδιαφέρον για δύο ώρες και προβλημάτισε με όλα τα ερωτήματα που έθεσε.

christina-garmpi-lowΟ Αλέξανδρος Χούντας υποδύεται τον άθεο και κοινωνικά αιρετικό Μέλχιορ. Έναν έφηβο που έχει βρει τη δική του άνοιξη πιο νωρίς από τα άλλα παιδιά. Ευφυής και παρορμητικός, με πάθη που δεν ελέγχει, οι αποφάσεις του έχουν τρομερά κόστη, τόσο στη δική του ζωή, όσο και σε εκείνη της Βέντλα. Ακροβατώντας σε όλη τη διάρκεια του έργου ανάμεσα στη ζωή και στον θάνατο, ο ηθοποιός μας κατορθώνει να αποτυπώσει όλο το χάος μιας παιδικής ψυχής που έπαψε πια να είναι αθώα και σε μια ζωή που ο ίδιος αποκαλεί «ατυχία», κάνει τα πάντα για να βιώσει, τόσο ο ίδιος, όσο και οι άλλοι το μέγεθος της «ατυχίας» αυτής. Στο τέλος του έργου, αναδεικνύεται μέσω του ψυχισμού του το συναίσθημα της τύψης και μεταμέλειας και μια μικρή ελπίδα εξαγνισμού. Ο καλλιτέχνης μας, κατόρθωσε να μας μεταφέρει όλη αυτή τη διεργασία με ιδιαίτερα αισθαντικό και ζωντανό τρόπο και μας εντυπωσίασε όλους. Εξαιρετική προσπάθεια.

Η ηθοποιός Χρηστίνα Γαρμπή υποδύεται τον ευαίσθητο, αεικίνητο φίλο του Μέλχιορ, Μόριτς και την Ίλσε, μια φίλη των παιδιών, που έχοντας φύγει από το σπίτι, κάνοντας μποέμικη ζωή, δουλεύει ως μοντέλο και ερωμένη σε διάφορους ζωγράφους. Ο Μόριτς, περνά από την αγωνία στην αισιοδοξία και έξαλλη χαρά και έπειτα στην πιο βαθιά απογοήτευση και καταλήγει αυτόχειρας. Η Ίλσε είναι εκείνη που βρίσκει το όπλο της αυτοκτονίας. Τραγικοί ρόλοι σε μια τραγική πραγματικότητα. Η καλλιτέχνιδά μας μεταπηδά από τον ένα ρόλο στον άλλο με ιδιαίτερη επιδεξιότητα και ευκολία, ξετυλίγοντας έτσι όλο το ταλέντο που πρέπει να έχει μια ηθοποιός προκειμένου να πείσει το κοινό της. Για να γίνει σωστά αυτό, πρέπει αρχικά να έχει πείσει τον εαυτό της. Η ηθοποιός μας το έχει καταφέρει αυτό με πλήρη επίγνωση των δυνάμεών της. Ευχόμαστε καλή συνέχεια και δύναμη σε ό,τι κάνει στο μέλλον. Της αξίζει το καλύτερο.

Η Εύα Φρακτοπούλου, σε διπλό ρόλο και εκείνη, υποδύεται την Μάρθα, την φίλη που κακοποιείται σωματικά από τους γονείς της και τη μυστήρια φιγούρα ντόμινο που ενώ στην αρχή σιωπά, έχει τον τελευταίο λόγο στην τελική σκηνή του έργου. Θύμα των περιστάσεων ως Μάρθα, μια και η φτώχεια γεννά την παραμέληση και κακοποίηση, είναι ένα ακόμα παιδί που δυστυχεί παρέα με τα πλούσια, εξίσου όμως δυστυχισμένα παιδιά, που μοιάζουν να κακοποιούνται από τον τοίχο της σιωπής και άρνησης των ενηλίκων. Ως μυστήριος ντόμινο-τζόκερ, μοιάζει να μοιράζει το τελευταίο φύλλο της παρτίδας. Στις πρώτες παραστάσεις του έργου, ο μυστήριος μασκοφόρος δεν ήταν άλλος από τον συγγραφέα. Μια φιγούρα που μοιάζει να δίνει τη λύση και ισορροπεί τα πράγματα, όταν ο κόσμος των νεκρών πάει να παρεισφρήσει σε εκείνον των ζωντανών. Είναι η τελική μορφή και εικόνα στα μάτια του θεατή που μοιάζει να του λέει «Πάμε παρακάτω… ας προχωρήσουμε στη ζωή μας. Ό,τι έγινε, έγινε». Δύο ρόλοι ερμηνευμένοι εξίσου όμορφα από τη νέα αυτή ηθοποιό, η οποία βάζει και εκείνη το στίγμα της στο να είναι η συγκεκριμένη παράσταση κάτι το εντελώς ξεχωριστό.

Σε μεγάλες οθόνες δεξιά και αριστερά της αίθουσας, προβάλλονται σκηνές όπου καταξιωμένοι ηθοποιοί εμφανίζονται ως γονείς και εκπαιδευτικοί, όπως: Ακύλλας Καραζήσης, Μαρία Σκουλά, Κώστας Ανταλόπουλος, Προμηθέας Αλειφερόπουλος, Γιάννης Παπαγιάννης, Δανάη Παπουτσή. Οι φωτισμοί, που τους έχει επιμεληθεί ο ίδιος ο σκηνοθέτης είναι υποβλητικοί, μα και εντυπωσιακοί μαζί, μια και φωτίζεται με φωτάκια led και το έδαφος του χώρου. Η μουσική του Ιωάννη Βουδούρη, όπως ακριβώς τα σκηνικά της Φωτεινής Αλεξοπούλου και τα κοστούμια  της Eva Doppelgänger
, εντάσσονται στο γενικό αφαιρετικό, μινιμαλιστικό, μα ταυτόχρονα ιδιαίτερο κλίμα του έργου και μας εντυπωσιάζουν με την πρωτοτυπία και την αυθεντικότητά τους. Η πλαστικότητα και οργανωμένη κινησιολογία των πρωταγωνιστών, οφείλεται στην έμπειρη καθοδήγηση της Μαρίας Στεφανίδου και του χορογράφου Βασίλη Σκαρμούτσου.

Βλέποντας αυτό το έργο, δεν μπορώ να πω ότι αυτό που σοκάρει είναι τόσο το αποτέλεσμα (αυνανισμός, βιασμός επί σκηνής, θάνατος), όσο η αιτία (σαθρό οικοδόμημα οικογενειακών σχέσεων και σχέσεων μεταξύ καθηγητών και μαθητών). Σε αυτήν ακριβώς την αιτία στάθηκε στο παρελθόν ο συγγραφέας μας και άλλοι τόσοι μετά από αυτόν. Θεωρώ ότι σε κάθε τι άσκημο, πρέπει ο καθένας μας να προχωρά πέρα από την άμεση καταδίκη και να ανακαλύπτει την αιτία. Έπειτα να διορθώνει, όσο είναι εφικτό, τα πράγματα. Ίσως ακριβώς αυτό να ήθελε να μας πει και ο μυστήριος μασκοφόρος μας…

Ολοκληρώνοντας την κριτική μου, θα έλεγα ότι από τη στιγμή που όλοι γεννιόμαστε με τα ίδια δικαιώματα, οφείλουμε να διαφυλάξουμε την ελευθερία και την ευδαιμονία που μας δίνει η ισότητα, ο αυτοσεβασμός και ο αλληλοσεβασμός. Διατηρώντας όλα τα παραπάνω, εξαλείφουμε όλες τις συμπεριφορές που τόσο καυστικά θίγει το συγκεκριμένο αυτό έργο. Ας το σκεφτούμε… αυτό ακριβώς νομίζω ότι θα ήθελε και ο συγγραφέας μας…

Η παράσταση αυτή, δοσμένη με απλότητα και αμεσότητα, φέρνει το παρελθόν στο παρόν και προβληματίζει για το πόσο επίκαιρος μπορεί να είναι ακόμα και σήμερα ένας συγγραφέας του 19ου αιώνα. Γιατί οι ηθικοί φραγμοί και αρχές αντέχουν τελικά τόσο πολύ; Κυρίως… γιατί οι νέοι τις παραβιάζουν με τόσο καταστροφικό πάθος;

15668_10254_regular_22179774_897742893722386_4345849964025623599_oΤαυτότητα παράστασης:

Μετάφραση: Ντίμη Θεοδωράκη
Σκηνοθεσίαδιασκευή: Αντώνης Morgan Κωνσταντουδάκης
Επιμέλεια μετάφρασης: Ντίμη Θεοδωράκη & Αντώνης Morgan Κωνσταντουδάκης
Πρωτότυπη μουσική: Ιωάννης Βουδούρης
Φωτισμοί: Αντώνης Morgan Κωνσταντουδάκης
Σκηνικά: Φωτεινή Αλεξοπούλου
Κοστούμια: Eva Doppelgänger

Κινησιολογία: Μαρία Στεφανίδου
Χορογραφία: Βασίλης Σκαρμούτσος
Επιμέλεια μακιγιάζ: Ζηνοβία Ευθυμιάδη
Εκτέλεση μακιγιάζ: Δήμητρα Σταυροπούλου
Make up artist: Χρύσα Μιχαηλίδου
Βοηθός σκηνοθέτη: Υρώ Μακρή
Κινηματογραφικό μέρος: Ομάδα Nail
Φωτογραφίες: Σάκης Αναστασόπουλος
Ψυχολογική ανάλυση ρόλων: Ιάκωβος Σιανούδης & Εύη ΚαπασακαλίδηΨυχορροπία
Hair styling κινηματογράφησης: Χρήστος Νικολής & Χρύσα Μιχαηλίδου

Ερμηνεύουν:

Θεατρικό μέρος: Λίνα Φούντογλου, Αλέξανδρος Χούντας, Χρηστίνα Γαρμπή, Εύα Φρακτοπούλου

Κινηματογραφικό μέρος: Ακύλλας Καραζήσης, Προμηθέας Αλειφερόπουλος, Μαρία Σκουλά, Κώστας Ανταλόπουλος, Γιάννης Παπαγιάννης, Δανάη Παπουτσή, Στέλιος Καλαϊτζής, Δημήτρης Όντος, Έλενα Σταματίου, Διονύσης Στραβοράβδης, Φελίς Τόπη, Μαρία Στεφανίδου, Βασιλική Μαυρίδη, Βασίλης Ζώης και Ελένη Μολέσκη.

Ημέρες-Ώρες:
Δευτέρα και Τρίτη στις 20:30

Εισιτήρια:
€15, €10 για φοιτητές και €5 για ανέργους και ΑΜΕΑ.
Προπώληση εισιτηρίων: Ταμεία Δημοτικού Θεάτρου Πειραιά και στο Ticketservices.gr

Δημοτικό Θέατρο Πειραιά
Διεύθυνση: Λεωφ. Ηρ. Πολυτεχνείου 32, Πειραιάς, 185 35
Ταμείο θεάτρου: 210 4143 310

Ώρες ταμείου:
Δευτέρα έως Παρασκευή: 10.00-14.00 και 18:00-21:00
Σάββατο: 16.00-21.00
Κυριακή: 16:00-20:00

lina-fountoglou-low

Αγγελική Μπάτσου

Αγγελική Μπάτσου

Γεννήθηκα πριν αρκετά καλοκαίρια (κι άλλους τόσους χειμώνες)στην Αθήνα. Είχα την τιμή να μεγαλώσω στους Αγ.Αναργύρους,όπου έζησα τα ομορφότερα παιδικάχρόνια σε μια τεράστια αυλή,παρέα με τα γατιά μου και δυο ζευγάρια παππούδες και γιαγιάδες που πάντα θα υπεραγαπώ.Έπειτα ήρθε η Γαλλική Φιλολογία,επιπλέον σπουδές σε γλώσσα και μετάφραση και η οικογένεια. Δεν σταμάτησα όμως ποτέ να είμαι παιδί της ποίησης,της λογοτεχνίας,της ζωγραφικής και της μουσικής και το όνειρό μου από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου,ήταν να ταξιδέψω σ’όλο τον κόσμο και ιδιαίτερα στο Θιβέτ!
Σ’όλο τον κόσμο τελικά δεν μπόρεσα να πάω...κατόρθωσα όμως να φανταστώ και να χαράξω τα ίχνη αυτού μέσα από ταμονοπάτια της ποίησης,της λογοτεχνίας και της φαντασίας. Αγαπημένος μου συγγραφέας ο Έντγκαρ Άλλαν Πόε,αγαπημένος ποιητής ο Ουϊλιαμ Μπλέϊκ,ο Μπωντλαίρ και ο Απολιναίρ, αγαπημένος ζωγράφος ο Βαν Γκογκ και ο Γκουστάβ Κλιμπ.
Αγγελική Μπάτσου