Γράφει η Αγγελική Μπάτσου

Βρεθήκαμε στο θέατρο «Ροές» για να παρακολουθήσουμε την παράσταση «Επιστροφή στο Μπουντεγιόβιτσε», σε σκηνοθεσία Camilo Bentancor.

Το μοντέρνο και φιλόξενο αυτό θέατρο, δίπλα ακριβώς στο Γκάζι, φιλοξενεί εκτός από την παράσταση που είδαμε και το θεατρικό «Δυο Θεοί».

Το kallitexnes.gr βρέθηκε εκεί για να παρακολουθήσει μια εντελώς ξεχωριστή παράσταση από την ομάδα Art Vouveau. Η ομάδα αυτή δημιουργήθηκε το 2013 και πειραματίζεται πάνω σε τεχνικές αφήγησης του βωβού κινηματογράφου, του Γερμανικού εξπρεσιονισμού και της χρήσης εκφραστικών μασκών. Πηγή έμπνευσης, οι βουβές ασπρόμαυρες ταινίες των πρώτων δεκαετιών του 20ου αιώνα και η φιλοσοφία του film noir. Το έργο που είδαμε αποτελούσε ένα ερωτηματικό για εμάς πριν μπούμε στην αίθουσα, γιατί δεν είχαμε παρακολουθήσει ποτέ πριν ένα βουβό δράμα με συνοδεία μάσκας και ζωντανής μουσικής. Όταν έσβησαν τα φώτα, η δράση μας συνεπήρε…

Λίγα λόγια για το έργο:

Σε ένα απομακρυσμένο πανδοχείο στο Μπουντεγιόβιτσε της τωρινής Τσεχίας, έπειτα από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, ένας άντρας επιστρέφει για να ξαναβρεί τη χήρα μητέρα του και την αδερφή του. Οι δύο γυναίκες που διαχειρίζονται το πανδοχείο, με τη βοήθεια ενός ηλικιωμένου, προσπαθώντας να επιβιώσουν, δηλητηριάζουν και κατόπιν ληστεύουν τους λιγοστούς πελάτες. Όταν δεν αναγνωρίζουν τον ίδιο τους τον συγγενή, εκείνος αποφασίζει να υποδυθεί τον πελάτη που ψάχνει για δωμάτιο… Δεν γνωρίζει όμως, ότι με τη λήθη δεν παίζει κανείς παιχνίδια…

Η κριτική μας:

Το έργο που είδαμε, αντλεί την υπόθεσή του από το μυθιστόρημα του Αlbert Camus «Η παρεξήγηση». Η παρουσία του Γάλλου συγγραφέα γίνεται άμεσα αντιληπτή από τις ρήσεις του, που προβάλλονται στο video wall. Ως γνήσιος εκφραστής του Υπαρξισμού, θύμα και θύτης μιας χρονικής στιγμής που στιγματίστηκε από δύο Παγκόσμιους Πολέμους σε σύντομο χρονικό διάστημα, έρχεται και τοποθετεί τον Άνθρωπο εκεί που ανήκει. Δεν τον εξυψώνει και δεν τον φορτώνει ιδανικά. Τον θεωρεί εν δυνάμει εκπρόσωπο της απόλυτης ύπαρξης και μη ύπαρξης ταυτόχρονα. Του δίνει και του αφαιρεί δυνάμεις και του αποδίδει την ελευθερία της ίδιας του της ζωής. Έχει το ελεύθερο να κάνει το μεγαλύτερο καλό ή κακό, αντίστοιχα.

Η ύπαρξη, η συνείδηση, το παράλογο, η απόγνωση, η αυθεντικότητα (authenticity) και η υπαρξιστική αγωνία (angst), παιδιά-θρέμματα της καταστροφής κάθε αυταπάτης έπειτα από τους πολέμους, βρίσκουν πρόσφορο έδαφος σε συγγραφείς και ζωγράφους και εισάγουν τη γενιά της ψυχανάλυσης και της ερμηνείας της ψυχής, ιδιαίτερα μέσα από φαινομενικά παράλογες συμπεριφορές.

Είναι δυνατόν μέσα σε έναν σύγχρονο κόσμο, η μητέρα και η αδερφή να μην αναγνωρίζουν τον δικό τους άνθρωπο και να τον φονεύουν; Η δύναμη της ψυχικής αλλοτρίωσης και αποξένωσης είναι τέτοια, που κάποιος λησμονεί τον ίδιο του τον εαυτό και αποπροσωποποιείται σε ένα εντελώς άψυχο ον; Το συγκεκριμένο έργο και ειδικά ο «Ξένος», το αποδεικνύουν με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο.

Όταν η ψυχή παύει να υπάρχει και υπάρχει μόνο το σώμα και το ένστικτο της επιβίωσης, υπάρχει ένοχος και αθώος; Υπάρχει τιμωρία και συγχώρεση; Πώς μπορεί κάποιος να ενεργήσει με ανθρώπινους νόμους πάνω σε κάτι άψυχο;

Στο έργο αυτό, δεν μπορούμε να κρίνουμε. Δεν μιλάμε για δικαιοσύνη και αδικία. Για έγκλημα και τιμωρία. Μιλάμε για ανθρώπινες ψυχές από γυαλί, που αποτυπώνονται πιο παραστατικά πάνω σε μάσκες. Αν οι μάσκες έπεφταν, θα βλέπαμε ίσως το χείλος της αβύσσου. Τη βουβή κραυγή του πίνακα του Edvard Munch

Η σκηνοθεσία και ο συντονισμός της παράστασης ανήκουν στον Camilo Bentancor. Εκείνο που ξεχωρίζει και δίνει μια εντελώς διαφορετική διάσταση, είναι η ύπαρξη των μασκών που είναι κατασκευασμένες από τον ίδιο και τον συνεργάτη του, Alfredo Iriarte. Από κάθε άποψη, η σύλληψη αυτή είναι κάτι εντελώς νέο για τα παρόντα δεδομένα. Η ύπαρξή τους τονίζει την βουβή φύση του έργου και δίνει έναν χαρακτήρα τρόμου, ο οποίος ταιριάζει απόλυτα με τη φιλοσοφία του σεναρίου.

Όλη η σκηνή λειτουργεί ως χώρος ταινιών της παλιάς εποχής. Στο video wall προβάλλονται οι ατάκες και τα γνωμικά του Albert Camus, στ’αριστερά υπάρχει ο πιανίστας, στα δεξιά τα κρουστά και στη μέση οι φιγούρες κινούνται με τη βιαστική πλαστικότητα των ταινιών της δεκαετίας του΄20 και του΄30. Το όλο αποτέλεσμα ξαφνιάζει, τραβά την προσοχή του θεατή και κυρίως λόγω έλλειψης διαλόγων, τον βάζει στη διαδικασία της ερμηνείας της πλοκής. Έξυπνο και κάτι εντελώς έξω από τα συνηθισμένα ως ιδέα, μοιάζει να ανοίγει ένα νέο μονοπάτι στον τομέα της σκηνοθεσίας και θεατρικής αντίληψης. Ευχόμαστε τα καλύτερα και αναμένουμε στο μέλλον να δούμε κάτι εξίσου ξεχωριστό και ασυνήθιστο από τη συνεργασία Art Vouveau-Camilo Bentancor.

Η χρήση της μάσκας αποδίδει σε εκείνον που τη φορά άλλες διαστάσεις, που ξεφεύγουν από την ανθρώπινη ταυτότητα. Αυτό νομίζω ήθελε να επιτύχει ο σκηνοθέτης μας και το κατάφερε με τον πιο τέλειο τρόπο, μέσω των ερμηνειών των ηθοποιών μας. Ξεχωριστές ερμηνείες από όλη την ομάδα, παρουσίασαν κάτι νεωτεριστικό και εντελώς συμβολικό.

dt-4Η κίνηση του σώματος είναι για όλους τους ηθοποιούς αποκαλυπτική. Ο Φοίβος Συμεωνίδης είναι ο αδερφός που επιστρέφει στο πανδοχείο και παραμένει χωρίς μάσκα σε όλη τη διάρκεια του έργου. Εντυπωσιάζει με τον χορό του και την πλαστικότητα των κινήσεών του, όπως επίσης και στους μορφασμούς του προσώπου που παραπέμπουν σαφώς στον κινηματογραφικό τρόπο έκφρασης των παλιών ταινιών.

Η Δανάη Τόκου υποδύεται δύο ρόλους. Όταν φορά τη μάσκα, μεταμορφώνεται στη μητέρα και όταν μένει χωρίς μάσκα γίνεται η γυναίκα-πελάτισσα που φλερτάρει με τον αδερφό, πριν τον χάσει οριστικά από τη ζωή της. Η αλλαγή ρόλων είναι κάτι παραπάνω από εντυπωσιακή και δε μπορεί κανείς να κάνει εύκολα τη σύνδεση των δύο αυτών ρόλων με το ίδιο πρόσωπο. Αιθέρια και εύπλαστη, αινιγματική και γοητευτική ως πελάτισσα, τσακισμένη και παραιτημένη, παραδομένη στις παγιωμένες της συνήθειες χωρίς ίχνος ζωής ως μητέρα. Εντυπωσιακή η αποτύπωση τόσων συναισθημάτων πίσω από μία μάσκα.

Ο Θανάσης Μεγαλόπουλος υποδύεται χωρίς μάσκα τον Γερμανό κατακτητή, που έρχεται και επιτάσσει το πανδοχείο και αποτελεί το πρώτο θύμα της μητέρας και της κόρης και φορώντας τη μάσκα του, γίνεται ο ηλικιωμένος υπάλληλος που βοηθά τις δύο γυναίκες στο κατά συρροή έργο τους. Έντονος και εντυπωσιακός και στους δύο ρόλους, πείθει τόσο ως σκληροτράχηλος Γερμανός, όσο και ως παραπαίων ηλικιωμένος.

Η Αφροδίτη Κλεοβούλου, που ερμηνεύει την αδερφή, είναι η μόνη ηθοποιός που φορά τη μάσκα από την αρχή ως το τέλος. Μπορεί κάποιος να διακρίνει κάποια ψήγματα της παλιάς της ανεμελιάς και αθωότητας, ιδιαίτερα όταν παίζει και χοροπηδάει στο κρεβάτι με τον πελάτη, που δε θυμάται ότι είναι ο ίδιος της ο αδερφός.

Τόσο ο ρόλος της μητέρας, όσο και της κόρης εκφράζουν όλη την παραίτηση και την τραγικότητα, όλη τη μετάβαση από το τυχαίο (τον πρώτο φόνο) στο καθ’ επανάληψη γεγονός, που τις μετατρέπει σε ανθρώπινα όρνια που φυλάνε τα λάφυρα χωρίς τύψεις, μνήμη και συνείδηση.

Η χρήση της μάσκας αποδίδει σε εκείνον που τη φορά άλλες διαστάσεις, που ξεφεύγουν από την ανθρώπινη ταυτότητα. Αυτό νομίζω ήθελε να επιτύχει ο σκηνοθέτης μας και το κατάφερε με τον πιο τέλειο τρόπο, μέσω των ερμηνειών των ηθοποιών μας. Ακόμα και όσοι δε φορούσαν τη μάσκα, έμοιαζαν να υπόκεινται στην ατμόσφαιρα αυτής.

Ξεχωριστές ερμηνείες από όλη την ομάδα, παρουσίασαν κάτι νεωτεριστικό και εντελώς συμβολικό. Τους εύχομαι καλή συνέχεια στα τόσο πρωτότυπα σχέδιά τους!

Η μουσική σύνθεση και το πιάνο ανήκουν στον Γιάννη Σελέκο. Η μουσική του έρχεται σε live εκτέλεση στη διάρκεια του έργου και γίνεται ουσιαστικά τα λόγια των πρωταγωνιστών. Δένει τέλεια με την πλοκή και κατορθώνει να εκφράσει με νότες τις σκέψεις και τα συναισθήματα του κάθε χαρακτήρα. Στα κρουστά ο Γιώργος Σμακ, τον συνοδεύει αρμονικά σε όλο αυτό το μουσικό ταξίδι που ντύνει τόσο έντεχνα την παράσταση αυτή. Ποιοτική και εμπνευσμένη προσπάθεια, εντυπωσίασαν το κοινό και έδωσαν εξτρά ποιότητα στο έργο αυτό. Τα κοστούμια, δημιουργία της Δέσποινας Μακαρούνη, εντυπωσιάζουν με τον αεράτο, κομψό σχεδιασμό τους που παραπέμπει στην μεταπολεμική εποχή και οι φωτισμοί του Κωνσταντίνου Μαργκά ακολουθούν με πιστότητα τις εναλλαγές στην πλοκή του θεατρικού. Εξαιρετική δουλειά και από τους τέσσερις, τους εύχομαι μόνο τα καλύτερα!

Δεν αναγνωρίζεις τον άλλο, όταν έχεις ήδη ξεχάσει ποιος είσαι εσύ… Όλη η φιλοσοφία και ψυχολογία του Υπαρξισμού είναι συγκεντρωμένη στα λόγια αυτά. Βλέποντας την παράσταση αυτή, μπορεί κάποιος να αντιληφθεί τον βαθύ συμβολισμό του έργου του Γάλλου συγγραφέα. Σε ατομικό επίπεδο, η ύπαρξη τέτοιων χαρακτήρων φαντάζει σχεδόν αδύνατη. Αν όμως προβάλλουμε το πρόσωπο της αποξένωσης, αλλοτρίωσης, έλλειψης συνειδητότητας, τύψεων και μνήμης στο συνολικό επίπεδο της κοινωνίας, μπορούμε να βρούμε πολλές ομοιότητες και εφαρμογές. Η ψυχολογία του πλήθους, είναι πολλές φορές εκ διαμέτρου αντίθετη με την ψυχολογία του ατόμου. Πράγματα που κάποιος σε ατομικό επίπεδο δε θα τολμούσε καν να τα σκεφτεί, βρίσκουν την απόλυτη αιτιολόγηση σε ενέργειες του όχλου. Η ιστορία μας το έχει διδάξει, ειδικά με όσα συνέβησαν στη διάρκεια του Β΄Παγκοσμίου Πολέμου. Όλη αυτή η παράνοια που έμοιαζε να έχει υπνωτίσει και υποδουλώσει ολόκληρους λαούς, δημιούργησε την αντίδραση ενός ισχυρού σοκ. Έπειτα από αυτό, σβήνουν τα πάντα και απομένει μόνο ένα: η μάχη για την επιβίωση και όλοι γνωρίζουμε ότι σε αυτή τη μάχη δεν ισχύει κανένας απολύτως κανόνας…

Το συγκεκριμένο φιλοσοφικό και φιλοσοφημένο έργο απαιτεί μελέτη και σκέψη, ακόμα και έπειτα από το πέρας της παράστασης. Έρχεται σε μια στιγμή που το παρελθόν έχει ξυπνήσει ξανά και επαναλαμβάνεται στη σύγχρονη εποχή. Ίσως μέσα από αυτή την παράσταση, μαθαίνουμε πόσο ανάγκη έχουμε ώστε να παραμείνουμε ανθρώπινοι όντας άνθρωποι. Ίσως αποτελεί μια ηχώ του παρελθόντος, που θα πρέπει να αποφύγουμε στο μέλλον. Ό,τι και να θέλει να μας πει όμως, καταφέρνει να το περάσει με έξυπνο και εφευρετικό τρόπο. Αξίζει να έρθετε να τον ανακαλύψετε…

Έξυπνο και κάτι εντελώς έξω από τα συνηθισμένα ως ιδέα, μοιάζει να ανοίγει ένα νέο μονοπάτι στον τομέα της σκηνοθεσίας και θεατρικής αντίληψης.

dt-1Ταυτότητα παράστασης:

Συντονισμός-σκηνοθεσία: Camilo Bentancor
Μουσική σύνθεση: Γιάννης Σελέκος
Κοστούμια: Δέσποινα Μακαρούνη
Φωτισμοί: Κωνσταντίνος Μαργκάς
Κατασκευή μασκών: Camilo Bentancor, Alfredo Iriarte
Φωτογραφίες-video: Μαρία Αγγελή, Στάθης Γαλαζούλας
Σχεδιασμός αφίσας-εικονογράφηση: Μανόλης Αλμπάνης
Δημόσιες σχέσεις-επικοινωνία: Χρύσα Ματσαγκάνη

Παίζουν οι ηθοποιοί: Αφροδίτη Κλεοβούλου, Θανάσης Μεγαλόπουλος, Φοίβος Συμεωνίδης, Δανάη Τίκου

Στο πιάνο: Γιάννης Σελέκος
Στα κρουστά: Γιώργος Σμακ

Πρεμιέρα: 22 Νοεμβρίου στις 21.30.

Ημέρες & ώρες παραστάσεων: Κάθε Πέμπτη στις 21.30 για λίγες παραστάσεις.

Τιμές εισιτηρίων: 12€ κανονικό, 8€ μειωμένο, 5€ ειδική τιμή για ατέλειες ηθοποιών.
Τηλέφωνο κρατήσεων: 210 3474312

*Με την υποστήριξη του Δικτύου Πολιτισμού δήμου Αθηναίων Athens Culture Net, με ιδρυτικό δωρητή το Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος

«Φιλοξενία Σεράφειο Δήμου Αθηναίων»

Θέατρο «Ροές»
Ιάκχου 16 στον Κεραμεικό (δίπλα από το σταθμό «μετρό Κεραμεικός» στο Γκάζι).
Tηλ. ταμείου: 210-3474312

Το συγκεκριμένο φιλοσοφικό και φιλοσοφημένο έργο απαιτεί μελέτη και σκέψη, ακόμα και έπειτα από το πέρας της παράστασης. Έρχεται σε μια στιγμή που το παρελθόν έχει ξυπνήσει ξανά και επαναλαμβάνεται στη σύγχρονη εποχή. Ίσως μέσα από αυτή την παράσταση, μαθαίνουμε πόσο ανάγκη έχουμε ώστε να παραμείνουμε ανθρώπινοι όντας άνθρωποι.

afisa-parastasis

Αγγελική Μπάτσου

Αγγελική Μπάτσου

Γεννήθηκα πριν αρκετά καλοκαίρια (κι άλλους τόσους χειμώνες)στην Αθήνα. Είχα την τιμή να μεγαλώσω στους Αγ.Αναργύρους,όπου έζησα τα ομορφότερα παιδικάχρόνια σε μια τεράστια αυλή,παρέα με τα γατιά μου και δυο ζευγάρια παππούδες και γιαγιάδες που πάντα θα υπεραγαπώ.Έπειτα ήρθε η Γαλλική Φιλολογία,επιπλέον σπουδές σε γλώσσα και μετάφραση και η οικογένεια. Δεν σταμάτησα όμως ποτέ να είμαι παιδί της ποίησης,της λογοτεχνίας,της ζωγραφικής και της μουσικής και το όνειρό μου από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου,ήταν να ταξιδέψω σ’όλο τον κόσμο και ιδιαίτερα στο Θιβέτ!
Σ’όλο τον κόσμο τελικά δεν μπόρεσα να πάω...κατόρθωσα όμως να φανταστώ και να χαράξω τα ίχνη αυτού μέσα από ταμονοπάτια της ποίησης,της λογοτεχνίας και της φαντασίας. Αγαπημένος μου συγγραφέας ο Έντγκαρ Άλλαν Πόε,αγαπημένος ποιητής ο Ουϊλιαμ Μπλέϊκ,ο Μπωντλαίρ και ο Απολιναίρ, αγαπημένος ζωγράφος ο Βαν Γκογκ και ο Γκουστάβ Κλιμπ.
Αγγελική Μπάτσου