Γράφει η Αγγελική Μπάτσου

Βρεθήκαμε στο «Faust» bartheatrearts για να παρακολουθήσουμε την παράσταση «Mάνα» σε κείμενα και σκηνοθεσία Σταμάτη Πακάκη.

Η σκηνή του θεάτρου βρίσκεται στον δεύτερο όροφο. Για να φτάσει κάποιος εκεί, προχωρά ως το βάθος του χώρου στο ισόγειο και στ’αριστερά ξεκινά η πέτρινη γκρίζα σκάλα που οδηγεί προς τα πάνω. Όταν ανέβηκα τον πρώτο όροφο και πήγαινα να συνεχίσω ως τον επόμενο, άξαφνα σε μια στροφή της σκάλας ένα κοριτσάκι με ροζ ρούχα, παρόμοιο με την πρωταγωνίστρια του «Εξορκιστή», με έξαλλα δάχτυλα έπιανε τους τοίχους και ανεβοκατέβαινε. Πάγωσα. Μνήμες παιδικές από μια τραυματική εμπειρία σε ένα Λούνα Παρκ τρόμου κάποτε, επέστρεψαν με ορμή και στη μέση της σκάλας σταμάτησα, κατέβηκα πάλι στον πρώτο όροφο και πήρα το ασανσέρ. Αν ο σκοπός της κοριτσίστικης φιγούρας στις σκάλες ήταν η δημιουργία φόβου, τότε ομολογώ ότι ήταν ιδιαίτερα επιτυχημένος!

Η σκηνή υποβλητικά φωτισμένη, με αντικείμενα μια ντουλάπα στο βάθος, μια πολυθρόνα με ένα τραπεζάκι που είχε πάνω του φωτογραφίες, ποτήρια, κρυστάλλινη κανάτα με ποτό και ένα τηλέφωνο στα δεξιά, ένα μπαούλο με μια μεγάλη κούκλα μέσα του να προεξέχει στ’αριστερά, παιχνίδια, μια μικρή κούκλα στο πάτωμα κι ένα μεταλλικό πλαίσιο σαν παράθυρο κάπου στο βάθος μπροστά από τη ντουλάπα. Κάποια στιγμή, τα φώτα έκλεισαν και ήρθε να μας πάρει ο «Ύπνος».

Λίγα λόγια για το έργο:

Κάπου, κάποτε (το πότε δεν έχει σημασία) στο βασίλειο του «Ύπνου», του αδερφού του Θανάτου, του γιου της Νύχτας και της Σιωπής, έρχονται και συμπίπτουν σαν ένα κβαντικό σφάλμα οι χωροχρόνοι και η εικόνα της Μάνας συγχωνεύεται με παιδικές μνήμες, τρόμους κι εφιάλτες. Όλα γίνονται δυνατά και ζωντανεύουν όταν πέφτει το σκοτάδι. Όταν το αρχέτυπο της μητέρας ενώνεται με την αρρώστια, την παιδική απομόνωση που μοιάζει αυτισμός, το παρελθόν, το μέλλον που προμηνύει μόνο μοναξιά, το αλλοτριωμένο, αποξενωμένο παρόν. Κοινός παρονομαστής ο φόβος και μπαλαντέρ, τιμωρός και παρηγορητής ταυτόχρονα, το αγαπημένο παιδί της Νύχτας και του Ερέβους:ο Ύπνος.

Η κριτική μας:

Η αλήθεια είναι ότι όταν μπαίνει κανείς στον χώρο του θεάτρου και λίγο πριν ξεκινήσει το έργο, δεν καταλαβαίνει ή μάλλον… δεν μπορεί να φανταστεί τι είναι αυτό που θα δει. Όταν ξεκινά η παράσταση, γρήγορα αντιλαμβάνεται ότι βλέπει κάτι που δεν έχει ξαναδεί ποτέ του. Τουλάχιστον στον πραγματικό κόσμο…

Η παράσταση αυτή ξεκλειδώνει το υποσυνείδητο. Ανοίγει το σκοτεινό δωμάτιο που όλοι ρίχνουμε τους φόβους, τις σκέψεις που δεν έχουν λογική, τα μικρά πράγματα που τείνουμε να αγνοούμε και θέλουμε να ξεχάσουμε, τις επιθυμίες μας που δεν τολμάμε να αναφέρουμε. Κάποια στιγμή ο Ύπνος φέρνει το όνειρο, κάποιες στιγμές μνήμες ξεπηδούν άξαφνα και ρίχνουν φως στο σκοτεινό αυτό δωμάτιο. Τότε τρομάζουμε. Πιστεύουμε ότι με το να αγνοούμε κάποια πράγματα και καταστάσεις, ξεχνάμε. Λάθος. Τον μόνο που ξεχνάμε είναι ο ίδιος μας ο εαυτός.

Στο μεταξύ, η ζωή προχωρά και προσπερνά και η εικόνα της μητέρας μένει αυτό που λέει η λέξη: μια εικόνα. Ο ρόλος της μοιάζει να εξατμίζεται και να συγχέεται με τους λυσσαλέους παιδικούς φόβους που γεννάνε τέρατα και εκείνη νομίζει ότι τα κατευνάζει με ένα «Κοιμήσου!»… και το παιδί μεγαλώνει και γίνεται ένας ψυχικά ανάπηρος ενήλικας, που πάντα βλέπει φαντάσματα… μια γυναίκα που πάντα μένει ένα τρομαγμένο παιδί… μια κούκλα που κινείται όπως της λένε και σπάει στο πέρασμα του χρόνου… μια κόρη που σκληρά αδιαφορεί… μια μητέρα χωρίς σύντροφο και παιδιά απόντα, που την αναζητά ζηλότυπα κάθε βράδυ μόνο ο Ύπνος και ξέρει καλά ότι ένα βήμα πιο πέρα την περιμένει υπομονετικά ο Θάνατος…

Το έργο αυτό θα φέρει στην επιφάνεια όλους τους παιδικούς μας φόβους. Όλους τους θορύβους στο σκοτάδι, όταν το πάτωμα έτριζε και ο Μπαμπούλας θέριευε πάνω από το κρεβάτι, όταν οι κούκλες κινούσαν τα αποτρόπαια άψυχα μάτια τους προς τα εμάς με απύθμενο μίσος, όταν οι μπογιές και τα χαρτιά στο πάτωμα οριοθετούσαν τη φυλακή του δωματίου, όταν τα σφαλισμένα παράθυρα έκρυβαν τον έξω κόσμο, όταν η μάνα ήταν μια παράλληλη ράγα τρένου που ποτέ δεν άγγιζε τη διαδρομή μας. Μα την ακούγαμε όλοι καλά…«Κοιμήσου! Ώρα να πας στο κρεβάτι», «Ήταν μόνο ένας εφιάλτης», «Θα σου ανάψω το φωτάκι», «Μη φοβάσαι! Μεγάλωσες πια!». Κανείς όμως ποτέ δε μεγαλώνει πραγματικά, όσο ο φόβος παραμένει πάντα ίδιος.

Ο Σταμάτης Πακάκης έχει συγγράψει και σκηνοθετήσει ένα από τα πιο ενδιαφέροντα, ασυνήθιστα και εντελώς ξεχωριστά έργα. Μην περιμένετε να λάβετε απαντήσεις από το έργο αυτό… το αντίθετο ακριβώς. Θα φύγετε με μεγάλες ερωτήσεις και ερωτήματα. Ο καθένας μπορεί να δώσει τη δική του ερμηνεία σε αυτό που θα δει, η κοινή συνιστώσα όμως είναι μία: Πρόκειται για μια παράσταση που τη χαρακτηρίζει απύθμενο βάθος. Είναι σκοτεινή και τρομάζει. Με έναν περίεργο όμως τρόπο, φωτίζει όλα όσα δεν τολμήσαμε ποτέ να παραδεχτούμε. Με έναν ιδιαίτερο και πλαστικό τρόπο, έξι προσωπικότητες δρουν και αλληλεπιδρούν πάνω στη σκηνή, η καθεμιά έχοντας να μας πει τη δική της ιστορία.

Πρόκειται για ένα ευφυέστατο σενάριο, μια ιδέα που δεν ανήκει σ’αυτόν τον κόσμο, μια σκηνοθεσία που έχει ξεστρατίσει σε εντελώς ξένα, μα ταυτόχρονα τόσο οικεία σε όλους μας μονοπάτια! Η πρωτοτυπία και η μοναδικότητα της παράστασης αυτής είναι τέτοια που ακόμα και όταν τελειώσει, ακόμα κι όταν ξημερώσει η επόμενη μέρα, ο απόηχος αυτής μοιάζει να αιωρείται σαν άχλη, σαν ένα νυχτερινό όνειρο που μέσα από τον φόβο και τις μνήμες αντικρίσαμε το παρόν και ήρθαμε αντιμέτωποι με μια άλλη φύση της Μάνας. Μάνα Γη, Μάνα τροφός, Μάνα γονέας, Μάνα φόβος, Μάνα ξένη.

Ο Σταμάτης Πακάκης είναι μακράν ο πιο ξεχωριστός, ασυνήθιστος, ενδιαφέρων και εντελώς καινοτόμος σκηνοθέτης που έχω την τύχη να συναντήσω. Τα κείμενα που έγραψε για την παράσταση αυτή με τάραξαν, με αφύπνισαν και με συγκίνησαν αφάνταστα. Αναμένω με αγωνία και άλλες δικές του ιδέες στο μέλλον! Τον ευχαριστώ θερμά για την ιδέα αυτή που παρουσίασε και θεωρώ τιμή μου το γεγονός ότι είδα μια τέτοια παράσταση. Του εύχομαι μόνο τα καλύτερα!

Εκείνο που εντυπωσιάζει επιπλέον τον κάθε θεατή, εκτός από τη σκηνοθεσία, είναι και ο τρόπος που ο συγκεκριμένος καλλιτέχνης μεταφράζει τον ρόλο του επί σκηνής, καθώς και το ταλέντο του στο τραγούδι. Οι σπουδές του στην τέχνη της μουσικής και του θεάτρου, βρίσκουν έναν άμεσο και ιδιαίτερα όμορφο τρόπο να εκφραστούν στο σανίδι.

Έχοντας αναλάβει μαζί με την ΆνναΜαρία Ζαχαριάδη και τον Αλέξανδρο Δημητρόπουλο τη μουσική κάλυψη του έργου, μας προσφέρει ένα ηχητικό αποτέλεσμα που δένει απόλυτα με το πνεύμα και τη φιλοσοφία του. Εξαιρετική δουλειά και από τους τρεις δημιουργούς και σε αυτό το πεδίο!

Πρόκειται για ένα ευφυέστατο σενάριο, μια ιδέα που δεν ανήκει σ’αυτόν τον κόσμο, μια σκηνοθεσία που έχει ξεστρατίσει σε εντελώς ξένα, μα ταυτόχρονα τόσο οικεία σε όλους μας μονοπάτια! Η πρωτοτυπία και η μοναδικότητα της παράστασης αυτής είναι τέτοια που ακόμα και όταν τελειώσει, ο απόηχος αυτής μοιάζει να αιωρείται σαν άχλη, σαν ένα νυχτερινό όνειρο που μέσα από τον φόβο και τις μνήμες αντικρίσαμε το παρόν και ήρθαμε αντιμέτωποι με μια άλλη φύση της Μάνας.

mana-photoΩς ηθοποιός, χωρίς μεγάλες υπερβολές (αν και το έργο τις δέχεται ως ιδέα) μονοπωλεί παρόλ’αυτά την πλοκή, επηρεάζει με το σεληνήσιο γέλιο του το κοινό, τρομάζει, μα και συγκινεί… πότε με τις σιωπές του, πότε με όσα λέει. Όταν τραγουδάει, η μορφή της Μάνας μοιάζει να εκτοξεύεται και ταυτόχρονα να βουτάει στον πιο βαθύ ωκεανό των παιδικών μας αναμνήσεων. Ξέρει να μας παρηγορεί όμως και πάντα θα μας κρατά το χέρι όταν πέφτει το σκοτάδι. Όταν η Μάνα πει καληνύχτα, ο Ύπνος θα πει «καλώς ήρθατε στο βασίλειό μου». Υπέροχος τόσο ως ηθοποιός, όσο και ως τραγουδιστής, πραγματικά εξέπληξε με την παρουσία του όλους τους παρευρισκομένους. Είμαι σίγουρη ότι το μέλλον είναι ανοιχτό για καλλιτέχνες όπως αυτός.

Η Ειρήνη Μελά υποδύεται το ρόλο της Μάνας. Με ρούχα και συμπεριφορά εποχής, κοντά στο τηλέφωνο, καθισμένη στην πολυθρόνα, ελέγχει και ελέγχεται από ορατές και αόρατες δυνάμεις. Είναι το μοντέλο-Μάνα που μοιράζει αγάπη και φόβο μαζί, η γυναίκα χωρίς σύντροφο που βίωσε την προδοσία, η μητέρα που ανησυχεί και πάντα θα ανησυχεί για κάποιον που πιστεύει ότι της ανήκει (το παιδί της), μια παρουσία και απουσία μαζί. Πότε από την οικογένειά της, πότε από τον ίδιο της τον εαυτό. Η ουσία της ζωής είναι για εκείνη και για όλους τελικά μία: γεννιόμαστε και πεθαίνουμε μόνοι. Στο μεταίχμιο της ζωής και του θανάτου, έρχεται η φιγούρα με το λευκό πρόσωπο και το κόκκινο καπέλο. Το όνειρο και ο εφιάλτης μας. Ο Ύπνος και η απέραντη μοναξιά του.

Η Ειρήνη Μελά είναι μια ηθοποιός που έχει το βασικότερο ατού, σύμφωνα με τη γνώμη μου: άπαξ και τη δει κάποιος μία φορά, δεν ξεχνά τη μορφή της. Η παρουσία της είναι τόσο οριστική και αμετάκλητη, που δε θα μπορούσα να φανταστώ άλλη ηθοποιό να υποδύεται τον συγκεκριμένο ρόλο. Αρχοντική, εντυπωσιακή, με καθαρή άρθρωση, ένα μεγάλο ταλέντο ως ηθοποιός, κάτι παραπάνω από απαραίτητη ως παρουσία στο συγκεκριμένο έργο. Μαζί με τα θερμά μου συγχαρητήρια, της εύχομαι ό,τι καλύτερο για το μέλλον.

Η Ευφημία Καλογιάννη υποδύεται τη σύγχρονη κόρη. Με μοντέρνα ρούχα και σύγχρονη τεχνολογία συμπεριφέρεται σαν μια γυναίκα χειραφετημένη, απρόσωπη και φαινομενικά σκληρή, που μοιάζει να μην έχει κανέναν ανάγκη και ιδιαίτερα τη μητέρα της. «Άσε μας ρε μάνα»… μια τόσο, μα τόσο γνώριμη ατάκα. Από όλους εμάς. Ανεξαρτήτως φύλου και εποχής. Όταν όντως η μάνα μας «αφήσει», τότε η γη κάτω από τα πόδια μας απλά χάνεται. Εξαφανίζεται και μαζί της, εξαφανιζόμαστε κι εμείς. Δεν είναι ωραίο να χάνει κάποιος την αόρατη κλωστή, που συνδέει δυο ανθρώπους… δυο κόσμους. Η σύγχρονη ζωή μοιάζει να αλλοιώνει, να συνθλίβει, να αλλοτριώνει αξίες και αισθήματα… μοιάζει να μηδενίζει όσα έχουν αξία και αντίθετα μεγαλοποιεί αυτά που είναι αόρατα και γεννημένα για να τρομάξουν και να χωρίσουν δυο ψυχές. Η ηθοποιός μας, μπόρεσε με έναν υπέροχο τρόπο να αποδώσει όλα τα παραπάνω στο έργο αυτό. Πέρασε από το μοντέρνο, ατσαλάκωτο παρουσιαστικό στο απόλυτο ψυχικό τσαλάκωμα, στο στάδιο που μόνο μια λεπτή γραμμή χωρίζει την πραγματικότητα από την παράνοια. Απέδειξε ότι ακόμα και στους πιο κυνικούς, το αρχέτυπο της Μάνας και του Φόβου πάντα υπήρχε και πάντα θα υπάρχει. Εξαιρετική ερμηνεία, εντυπωσιακή παρουσία, ένας δυνατός ρόλος και ερμηνεία. Μπράβο στην ηθοποιό μας!

Η Μαρίνα Κονταρίνη υποδύεται το μοντέλο της μικρής κόρης με τα ροζ ρούχα, τις μπογιές και τα παιχνίδια, τις κούκλες, το βαμμένο λευκό πρόσωπο με τα κατάμαυρα, μουτζουρωμένα μάτια. Είναι η φιγούρα που ανεβοκατέβαινε τις σκάλες του δεύτερου ορόφου και με τρόμαξε. Μακράν ο πιο τρομακτικός χαρακτήρας του έργου σύμφωνα με τη γνώμη μου, σε έναν ρόλο όμως ιδιαίτερα απαιτητικό και δύσκολο τον οποίο ενσάρκωσε ιδιαίτερα πετυχημένα! Μπόρεσε να αποδώσει την παιδικότητα και να τη συνδυάσει με την αίσθηση της φρίκης, έδωσε μια γκραν γκινιόλ αισθητική, το κοριτσάκι με τις κούκλες σε θρίλερ βερσιόν. Εμείς ως κοινό, μπορέσαμε να δούμε πώς θα ήταν το πρόσωπο του παιδικού φόβου μέσα στο σκοτάδι. «Μαμά, άφησε το φωτάκι ανοιχτό»… άλλη μια κουβέντα που την έχουμε πει όλοι, γιατί το σκοτάδι δεν είναι η ανυπαρξία, αλλά η απαρχή ύπαρξης των πιο τεράστιων φόβων που έχουν τη δύναμη να ζωντανεύουν χωρίς όμως να είναι πραγματικοί.

Η συντροφιά της μικρής κόρης είναι μια μεγάλη κούκλα με πορτοκαλί μαλλιά, λευκό ρούχο και όμορφα σουφρωμένα χείλη. Βγαίνει από το μπαούλο και αποκτά κι εκείνη τη δική της ταυτότητα. Η Ουρανία Φουρλάνου, μια πραγματική κούκλα, τόσο ως εμφάνιση, όσο και ως κίνηση, μοιάζει να προσπαθεί να σπάσει τα δεσμά της και να δραπετεύσει από την εικόνα που ΠΡΕΠΕΙ να δείξει. Είναι ο αντικατοπτρισμός του μικρού κοριτσιού στον καθρέφτη, είναι η ιδανική εικόνα, η κούκλα κόρη που κάθε μάνα ονειρεύεται να έχει. Το ψέμα όμως πάντοτε έρχεται στην επιφάνεια και όπως και στο «Πορτραίτο του Ντόριαν Γκρέϊ», ο καθρέφτης πρέπει να σπάσει… και μαζί με αυτόν, το πρόσωπο που φαίνεται μπροστά από αυτό που κρύβεται. Με πλαστικότητα στην κίνηση, με αρμονία, με δεξιοτεχνία, η κούκλα σπάει και ξαναμπαίνει στη θέση της, το κοριτσάκι με τα ροζ μουτζουρώνει μετά μανίας τα κακώς κείμενα της ζωής της και εμείς ως κοινό, μένουμε να θαυμάσουμε δυο υπέροχες ηθοποιούς σε δύο ιδιαίτερα δύσκολους ρόλους, που τους κατέκτησαν και με το παραπάνω. Δηλώνω πολύ εντυπωσιασμένη και από τις δύο!

Ο ΆρηςΗλίας Τοπάλογλου είναι ο γιος της οικογένειας. Αν η παιδική ηλικία και ο παιδικός φόβος κρύβουν εν δυνάμει την παραίσθηση, η ψευδαίσθηση σε ορισμένες περιπτώσεις έρχεται ως απρόσμενος, ανεπιθύμητος επισκέπτης. Το μεταλλικό πλαίσιο μεταμορφώνεται σε φιμωμένο παράθυρο ασύλου και παύει να υπάρχει η ατομικότητα. Το παιδί αναλώνεται εντελώς μέσα στους φόβους του, κυριαρχείται και στη διάρκεια της μέρας από αυτούς, βλέπει πράγματα που δεν υπάρχουν. Στο φως του ήλιου δεν μπορεί κάποιος να είναι τρελός. Δεν έχει το δικαίωμα. Αυτό επιτρέπεται μόνο όταν κλείσουμε το φως και έρθει ο Ύπνος να παίξει παιχνίδια με το μυαλό μας. Ένας τραγικός ρόλος ενός κλεισμένου στο σκοτάδι παιδιού, ερμηνευμένος με όλη την απόγνωση της παιδικότητας και της γνώσης της απώλειας του πιο σπουδαίου αγαθού: της υγείας. Του υγιούς νου. Ο ηθοποιός μας, με τρομερή σαφήνεια και εκφραστικότητα μας οδήγησε στα σκοτεινά μονοπάτια της τρέλας, παρέα με το παρελθόν και τον καλύτερό του φίλο στη σιωπή: τον Ύπνο. Που παίρνει τα παιδιά και σπέρνει λησμονιά…

Μια πανέμορφη ερμηνεία, ανάλογη όλων των συμπρωταγωνιστών του. Ευχόμαστε τα καλύτερα και ελπίζουμε να τον ξαναδούμε σύντομα σε νέους ρόλους.

Η κινησιολογία και οι χορογραφίες ανήκουν στην Εύη Τσακλάνου, η οποία κατόρθωσε να αποδώσει όλη τη σπαστικότητα και ταυτόχρονα, πλαστικότητα και αρμονία στην κίνηση των ηθοποιών και τους έβαλε για τα καλά μέσα στο κλίμα της ατμόσφαιρας του έργου. Τα κοστούμια της Δανάης Σταματίου ταίριαξαν απόλυτα με το πνεύμα του έργου και ιδιαίτερα εντυπωσιακά έδεσαν τέλεια με το άριστο μακιγιάζ της Cathy Jones και το hair styling του Yannis Kyriazos. Το πάντρεμα των τεσσάρων αυτών στοιχείων, έδωσε την πιο ιδανική οπτική εικόνα που θα μπορούσε να έχει μια τέτοια παράσταση. Εξαιρετική δουλειά σε όλα τα ανωτέρω επίπεδα, αξίζουν συγχαρητήρια σε όλους και στον καθένα ξεχωριστά!

Αν πάτε στο θέατρο «Faust» Παρασκευή βράδυ, θα βρεθείτε αντιμέτωποι με φόβους παιδικούς που νομίσατε ότι έχετε ξεχάσει, θα δείτε μιαν άλλη όψη της πραγματικότητας και θα κατανοήσετε τη δύναμη της φαντασίας και τα τέρατα που γεννάει. Θα προβληματιστείτε για τη σύγχρονη ζωή, για τις ανθρώπινες σχέσεις και για τον συμβολισμό τους, θα μπείτε σε ένα άλλο σύμπαν και κυρίως… θα δείτε επιτέλους το πρόσωπο του Ύπνου! Ανεβείτε τις σκάλες του ονείρου, αντιμετωπίστε τους εφιάλτες σας, ρίξτε φως στο σκοτεινό αυτό δωμάτιο της ψυχής. Το έργο αυτό θα σας βοηθήσει…

Πρόκειται για μια παράσταση που τη χαρακτηρίζει απύθμενο βάθος. Είναι σκοτεινή και τρομάζει. Με έναν περίεργο όμως τρόπο, φωτίζει όλα όσα δεν τολμήσαμε ποτέ να παραδεχτούμε. Με έναν ιδιαίτερο και πλαστικό τρόπο, έξι προσωπικότητες δρουν και αλληλεπιδρούν πάνω στη σκηνή, η καθεμιά έχοντας να μας πει τη δική της ιστορία.

mana-photo-afisasTαυτότητα παράστασης:

Συντελεστές:

Κείμενο-σκηνοθεσία-παραγωγή: Πακάκης Σταμάτης
Κινησιολογία-χορογραφίες: Τσακλάνου Εύη
Φωτισμοί-φωτογραφία-κινηματογράφηση: Λουκρέζη Αναστασία
Σκηνικά-κοστούμια: Σταματίου Δανάη
Μουσική τραγουδιών: Ζαχαριάδη Άννα-Μαρία, Δημητρόπουλος Αλέξανδρος, Πακάκης Σταμάτης.
Μουσική επιμέλεια-sound design-πρωτότυπη μουσική μονολόγων: Δημητρόπουλος Αλέξανδρος 
Mua: Cathy Jones
Hair Styling: Kyriazos Yannis
Make up: Nyx-Professional Make up

Παίζουν:
Καλογιάννη Ευφημία, Κονταρίνη Μαρίνα, Μελά Ειρήνη, Πακάκης Σταμάτης, Τοπάλογλου Άρης-Ηλίας, Φουρλάνου Ουρανία

Πληροφορίες:

Ημέρες και ώρες παραστάσεων (μέχρι 28/12):
Κάθε Παρασκευή στις 21:00

Τιμές εισιτηρίων:
Γενική είσοδος: 12€
Μειωμένο: 8€
Ομαδικό (από 8 άτομα και άνω): 10€

Διάρκεια παράστασης: 80 λεπτά

«Faust»
Αθηναΐδος 12 & Καλαμιώτου 11, κέντρο
Τηλέφωνο: 2103234095
mana-photo-omadikh_2-1140x641

Αγγελική Μπάτσου

Αγγελική Μπάτσου

Γεννήθηκα πριν αρκετά καλοκαίρια (κι άλλους τόσους χειμώνες)στην Αθήνα. Είχα την τιμή να μεγαλώσω στους Αγ.Αναργύρους,όπου έζησα τα ομορφότερα παιδικάχρόνια σε μια τεράστια αυλή,παρέα με τα γατιά μου και δυο ζευγάρια παππούδες και γιαγιάδες που πάντα θα υπεραγαπώ.Έπειτα ήρθε η Γαλλική Φιλολογία,επιπλέον σπουδές σε γλώσσα και μετάφραση και η οικογένεια. Δεν σταμάτησα όμως ποτέ να είμαι παιδί της ποίησης,της λογοτεχνίας,της ζωγραφικής και της μουσικής και το όνειρό μου από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου,ήταν να ταξιδέψω σ’όλο τον κόσμο και ιδιαίτερα στο Θιβέτ!
Σ’όλο τον κόσμο τελικά δεν μπόρεσα να πάω...κατόρθωσα όμως να φανταστώ και να χαράξω τα ίχνη αυτού μέσα από ταμονοπάτια της ποίησης,της λογοτεχνίας και της φαντασίας. Αγαπημένος μου συγγραφέας ο Έντγκαρ Άλλαν Πόε,αγαπημένος ποιητής ο Ουϊλιαμ Μπλέϊκ,ο Μπωντλαίρ και ο Απολιναίρ, αγαπημένος ζωγράφος ο Βαν Γκογκ και ο Γκουστάβ Κλιμπ.
Αγγελική Μπάτσου