Το kallitexnes.gr είχε τη χαρά να συνομιλήσει με τον Κώστα Μπάρα, έναν σπουδαίο σκηνοθέτη και ηθοποιό στον χώρο του θεάτρου. Συνδημιουργός και κύριος σκηνοθέτης της θεατρικής ομάδας Ηashart, η οποία έκλεψε τις εντυπώσεις με την υπέροχη παράσταση “Επειδή αυτή ήταν αυτή κι εγώ ήμουν εγώ”, στο θέατρο “Παπαγάλος”, μας άνοιξε την καρδιά του και μας μίλησε για όλα όσα αποτελούν τον δικό του, ξεχωριστό κόσμο.

Το kallitexnes.gr έχει την τιμή να καλωσορίσει τον Κώστα Μπάρα, τον απλό άνθρωπο της διπλανής πόρτας ο οποίος όμως ξέρει να δημιουργεί μαγεία. Τον ευχαριστούμε για άλλη μια φορά θερμά για τη συνέντευξη που μας παραχωρεί και του ευχόμαστε τόσο σε προσωπικό επίπεδο όσο και για την ομάδα του, μόνο τα καλύτερα! Πείτε μας, αν θέλετε, λίγα πράγματα για την παράσταση σας “Επειδή αυτή ήταν αυτή κι εγώ ήμουν εγώ”, η οποία έχει αφήσει τις καλύτερες των εντυπώσεων. Πώς γεννήθηκε η ιδέα αυτής;

Ευχαριστούμε πολύ ειλικρινά για τα καλά σας λόγια. Η ιδέα της παράστασης αυτής τριγύριζε στον νου μου για καμιά δεκαετία. Είχα πιο πριν, ξεκινήσει έναν κύκλο παραστάσεων αρχικά με την ομάδα “Άμμος”, με την πρώτη παράσταση να ονομάζεται “Σ’ αγαπώ και μου λύπης” (το λι με ύψιλον και το πι με ήτα). Το είχα δει ως σύνθημα στον τοίχο και με είχε γοητεύσει πολύ. Το θέμα αυτής ήταν βασισμένο σε επιστολές αγνώστων που είχαμε βρει και αφορούσαν γυναίκες που είχαν πληγωθεί ερωτικά από τους άντρες τους. Αφού κάναμε και κάποιες άλλες παραστάσεις, κάποια στιγμή ένιωσα ότι πρέπει να κλείσει αυτός ο κύκλος και θέλησα να δω το ερωτικό θέμα από την πλευρά του άντρα αυτή τη φορά.
Το έργο αυτό στην πραγματικότητα, είναι μια συνηθισμένη ιστορία όπως τόσες και τόσες, και ταυτόχρονα ξεχωριστή. Ένα ζευγάρι γνωρίζεται τυχαία σ’ ένα αεροπλάνο, κι από εκεί και πέρα ακολουθεί η γνωστή διαδρομή. Ερωτεύονται, συζούν, και κάποια στιγμή ξεκινούν τα προβλήματα, μέχρι που στο τέλος χωρίζουν. Η βασική αφορμή (δε μιλάμε για την αιτία- αιτίες είναι οι γνωστές που διέπουν μια σχέση) είναι μια απιστία της κοπέλας, και το έργο τελειώνει όταν ξανασυναντιούνται τυχαία έπειτα από πέντε χρόνια. Αυτή είναι πια παντρεμένη και έγκυος. Παντρεμένος επίσης είναι και ο ήρωάς μας. Υπάρχει ένα ξέσπασμα του άντρα, που της λέει κάποια πράγματα που δεν είχε μπορέσει να της πει όλα αυτά τα χρόνια που είχαν χαθεί.

Παρουσιάστε μας τους 4 ήρωες του έργου και πείτε μας κάποια πράγματα για τον καθένα ξεχωριστά τόσο ως ρόλο όσο και ως ερμηνευτή/ερμηνεύτρια.

Είμαι πραγματικά τυχερός που συνεργάζομαι μ’ αυτά τα τέσσερα παιδιά. Με την Ελένη την Κουταλώνη, η οποία είναι από τα ιδρυτικά μέλη της ομάδας, είναι η τέταρτη φορά που δουλεύουμε μαζί και είχα και την τύχη να την έχω και μαθήτριά μου στη σχολή. Είναι επίσης ο Δημήτρης Μαγκλάρας, πολύ αγαπημένος φίλος και ηθοποιός, με τον οποίο συνεργαζόμαστε δεύτερη φορά, η Ηλέκτρα Κομνηνού, αγαπημένη φίλη και συνεργάτιδα και φυσικά ο φοβερός Γιώργος Ιωσηφίδης, που τον είχα γνωρίσει από άλλους χώρους.
Το βασικό κριτήριο επιλογής είναι ότι με ενδιαφέρει περισσότερο να ταιριάξουμε σαν προσωπικότητες, και μετά ακολουθεί η υποκριτική. Όχι πως δεν είναι απαραίτητο και το ταλέντο, αλλά νομίζω ότι προβλήματα εμπειρίας είναι κάτι που μπορεί να λυθεί πιο εύκολα από το να πρέπει να λυθούν προβλήματα συνεννόησης.
Τα παιδιά στην παράσταση ως σκεπτικό, είναι 4 άτομα που αφηγούνται και ταυτόχρονα ερμηνεύουν τους 2 χαρακτήρες του έργου, κάνοντας συνεχείς εναλλαγές στα πρόσωπα της υπόθεσης.

Πιστεύετε ότι ο έρωτας εξουσιάζει ή εξουσιάζεται ανάλογα με τις καταστάσεις; Υπάρχει τελικά νικητής και χαμένος στο παιχνίδι αυτό; Ή ακόμα και ο νικητής φέρει τα τραύματα από την εμπειρία του “παιχνιδιού” αυτού;

Νομίζω ότι σε όλες αυτές τις τρεις ερωτήσεις αν βγάλεις το ερωτηματικό, έχεις και την απάντηση! (γέλια) Είναι περίεργο παιχνίδι εξουσίας, νίκης ή ήττας, ο έρωτας. Τελικά είναι, ποιος ανά πάσα στιγμή έχει το πάνω χέρι. Και αυτό δε νομίζω ότι συμβαίνει μόνο στον έρωτα. Συμβαίνει σε όλες τις σχέσεις. Και στην οικογένεια, και στη φιλία, και στην εργασία.
Απλώς στον έρωτα, επειδή τα πράγματα είναι πιο συναισθηματικά από τις άλλες περιπτώσεις, τονίζονται παραπάνω. Μεγαλύτερες χαρές, βαθύτερες λύπες, όλα όσα ρώτησες, υπόκεινται μέσα στις καταστάσεις που δημιουργεί αυτό το συναίσθημα.

1622232_1112085752159381_1372601410749831161_n

Σε μια εποχή όπως η σημερινή που ζούμε, πιστεύετε ότι υπάρχει χώρος για τους ρομαντικούς; Ρωτάω, γιατί μέσω αυτής της παράστασης, είναι φανερό τόσο το ρομαντικό όσο και το ρεαλιστικό στοιχείο που εκείνη βγάζει προς το κοινό.

Μα όταν μιλάμε για έρωτα, δεν είναι κάποιος εκ των πραγμάτων ρομαντικός; Θέλοντας και μη! Μέσα στο βιβλίο το οποίο αποτέλεσε και την έμπνευση για την παράσταση, αναφέρεται το γεγονός ότι μπορούν να υπάρχουν δύο είδη έρωτα.
Ο ανώριμος έρωτας και ο ώριμος έρωτας. Ο ανώριμος είναι αυτός που πέφτει κάποιος μέσα με τα μπούνια και καίγεται, ενώ στον ώριμο τα πράγματα είναι πιο ξεκάθαρα, η σχέση είναι πιο ήρεμη, ίσως είναι αυτό που ουτοπιστικά-ρομαντικά θα ονομάζαμε “πραγματική αγάπη”. Μια σχέση δηλαδή κατανόησης και ανεκτικότητας.
Ο ρομαντισμός γενικά, δεν ήταν μια ανακάλυψη του 19ου αιώνα. Ρομαντισμός μπορεί να χαρακτηριστεί κι ένα κίνημα ή σχολή λογοτεχνίας ή τέχνης που ανήκει σε άλλον αιώνα. Προσωπικά πιστεύω ότι από την πρώτη στιγμή της ανθρωπότητας, ο ρομαντισμός ήταν ένα αναπόσπαστο στοιχείο της ανθρώπινης φύσης.
Και από τη στιγμή που και στην πραγματική μας ζωή ακούμε λόγου χάρη ένα τραγούδι, ή ένα ποίημα, ή μια ατάκα από μια ταινία και βάζουμε τα κλάματα, αυτό αυτόματα δεν είναι και ρομαντισμός και ρεαλισμός από τη στιγμή που όντως συμβαίνει;

Εκείνο που προξενεί εντύπωση (αν και δεν θα έπρεπε), είναι το γεγονός ότι στην παράσταση σας, εκείνος που μένει πίσω, εκείνος που προβαίνει στην ύστατη πράξη απελπισίας, δεν είναι η γυναίκα αλλά ο άντρας. Ως θεατής, η συγκεκριμένη τροπή της παράστασης, αν και λίγο πιο ασυνήθιστη, με συγκίνησε ιδιαίτερα. Τι πιστεύετε ότι “περνάει” ως μήνυμα όλο αυτό;

Όπως είπα και πιο πριν, το είδα από την πλευρά του άντρα. Δε νομίζω ότι τίθεται θέμα φύλου. Είναι το ποιος θα βρεθεί σε μια δεδομένη κατάσταση, μια συγκεκριμένη στιγμή. Και η πρώτη παράσταση και αυτή εδώ, είναι μέσα στο κεφάλι μου σαν μια μεγάλη ερωτική επιστολή που στέλνω σε κάποιες σχέσεις μου. Η πρώτη παράσταση ήταν μια προσπάθεια να ζητήσω μια συγγνώμη για τα λάθη που είχα κάνει, ενώ η δεύτερη ήταν από την καθαρά ανδρική πλευρά, θέλοντας να ζητήσω κι εγώ κάποιες ευθύνες. Ότι δηλαδή δεν ήμουν μόνο εγώ το λάθος στη σχέση. Και ουσιαστικά αυτή η επιστολή κλείνει με τη δεύτερη παράσταση.

Πώς ακριβώς ξεκίνησε η ενασχόλησή σας με το θέατρο και τι ήταν αυτό που σας οδήγησε προς αυτή την κατεύθυνση; Ήταν μια συνειδητή απόφαση ή η ίδια η ζωή σας έσπρωξε προς τα εκεί;

Έγινε τελείως τυχαία. Από την παιδική μου ηλικία δεν είχε τύχει ν’ ασχοληθώ με το θέατρο, αν και με ενδιέφερε και ασχολιόμουν με λογοτεχνία, με ποίηση και τα συναφή. Κάποια στιγμή όταν τελείωσα το Λύκειο και έχοντας ακούσει για ένα Πολιτιστικό Κέντρο στον Πειραιά, πήγα με το πολύ απλό εφηβικό σκεπτικό να βρω μια γυναικεία συντροφιά που να έχει τις ίδιες λογοτεχνικές αναζητήσεις με εμένα. Εκεί λοιπόν, υπήρχε μια θεατρική ομάδα και εντάχθηκα σε αυτήν. Στην αρχή, επειδή ήμουν καλός στη ζωγραφική, τους βοηθούσα να φτιάχνουν σκηνικά. Κάποια στιγμή, το έφερε η ανάγκη και μπλέχτηκα και υποκριτικά, αν και εντελώς ερασιτεχνικά. Έπειτα, όταν έφυγα για φαντάρος, συνέχιζα να έχω άλλα πράγματα στο μυαλό μου. Ήθελα, όταν επιστρέψω, να βρω μια καλή δουλειά να εργαστώ, να κάνω την οικογένειά μου, και να ακολουθήσω μια απλή ζωή.
Εντελώς συμπτωματικά όμως βρέθηκα, έπειτα από πιέσεις φίλων της θεατρικής ερασιτεχνικής ομάδας, έπειτα από εξετάσεις, να είμαι μαθητής στο θέατρο Τέχνης. Βέβαια, από εκεί και πέρα, άλλαξε όλη μου η ζωή. Βρέθηκε στο πλευρό μου και ο Ρίτσαρντ Σίζλακ, ο μεγάλος μαθητής του Γέρζι Γκροτόφσκι, και η γνωριμία μου με αυτόν, αποτέλεσε ένα καθοριστικό κομμάτι της πορείας μου ως καλλιτέχνη. Έπειτα, το ένα έφερε το άλλο και έφτασα εδώ που είμαι!

Θυμάστε ποιες ήταν οι πρώτες σας συνεργασίες και γενικότερα οι πιο σημαντικές σας στιγμές στο θεατρικό χώρο και γενικά καλλιτεχνικό χώρο;

Πέρα από την μεγάλη τύχη που είχα να μαθητεύσω στο Θέατρο Τέχνης, είχα επίσης την τύχη να βρίσκομαι εκεί, στον χώρο του θεάτρου τα πρωϊνά, κρατώντας υποβολείο, βάζοντας μουσική, όταν έκανε πρόβες ο Κάρολος Κουν. Αυτό ήταν ένα από τα πρώτα πολύ μεγάλα σχολεία.
Μετά, ο μεγάλος μου πραγματικά δάσκαλος με κεφαλαία, στα όρια της μεταφυσικής δάσκαλος, ήταν ο Ρίτσαρντ Σίσλακ. Στη συνέχεια, είχα την τύχη να δουλέψω δέκα χρόνια με τον Γιάννη Κακλέα, όπως και με τον Γιώργο Αρμένη, ο οποίος με προώθησε και ως δάσκαλο υποκριτικής στη σχολή του. Χάρη στον τελευταίο σπούδασα σε βάθος το αντικείμενο, αναγκάστηκα κατά κάποιον τρόπο να μάθω τι πραγματικά σημαίνει να είναι κάποιος ηθοποιός, έγινα καλύτερος δημιουργός, και τον ευχαριστώ γι αυτό.
Η μεγάλη μου στιγμή που πάντα θα θυμάμαι είναι η παράσταση που έπαιξα σε σκηνοθεσία Δημήτρη Κομνηνού και φυσικά στο ξεκίνημά μου, η συνεργασία μου με τον Τάκη Ψαρίδη, τον υπεύθυνο στη θεατρική ομάδα, που πραγματικά μου έμαθε το άλφα και το ωμέγα του θεάτρου. Τον ευγνωμονώ και πάντα θα τον ευγνωμονώ γι αυτό!
Υποκριτικά, αξίζει επίσης να αναφέρω την ευκαιρία που μου έδωσε ο Κώστας Καζάκος, καθώς και το γεγονός ότι μου έχουν μείνει κάποιοι ανοιχτοί λογαριασμοί με ορισμένους ρόλους. Τη στιγμή και την εποχή που μου δόθηκαν, δεν ήμουν έτοιμος γι αυτούς. Θα ήθελα να μου δοθεί κάποια στιγμή η ευκαιρία να τους ξαναδοκιμάσω.

Πότε και με ποιο σκεπτικό συστάθηκε η ομάδα Hashart; Ποιος είναι ο στόχος αυτής;

Η ομάδα αυτή έχει συσταθεί από μαθητές της σχολής που τους είχα στην τάξη μου για τρία χρόνια. Όταν αποφοίτησαν από τη σχολή, αποφάσισαν να κάνουν μια ομάδα και μου πρότειναν αν θέλω να γίνω ο σκηνοθέτης τους. Φυσικά, με μεγάλη μου χαρά και τιμή δέχτηκα, κι έτσι ξεκίνησε να λειτουργεί αυτή η ομάδα. Κάποια μέλη της έχουν αποχωρήσει, κάποια θα ξαναέρθουν, υπάρχει γενικά μια κινητικότητα.
Το σκεπτικό λοιπόν και όπως καταδεικνύει και το όνομα, το hash, είναι κάτι σαν την ανακύκλωση. Δηλαδή, παίρνεις κάποια υλικά που έχουν περισσέψει στην άκρη, τα ξαναδουλεύεις και φτιάχνεις κάτι καινούργιο. Τα δικά μας τα υλικά βέβαια δεν είναι ούτε μπογιές, ούτε χρώματα. Hash λένε οι Άγγλοι, όταν ανοίγεις το ψυγείο σου και βγάζεις διάφορα είδη φαγητού που έχουν μείνει μέσα, και φτιάχνεις κάτι καινούργιο, πλάθοντας και ανασκευάζοντας αυτά τα είδη.
Εμείς, ως ομάδα, έχουμε να κάνουμε με κείμενα, με υλικό από ταινίες, από βιβλία, από μουσικές, και από προσωπικά μας πράγματα. Αυτό είναι λοιπόν το Hash, και αυτός είναι κι ο τρόπος που δουλεύουμε. Πρώτα βάζουμε τα πράγματα κάτω όλη η ομάδα και συζητάμε τι είναι αυτό που μας καίει τη δεδομένη στιγμή, και μετά αρχίζουμε και ψάχνουμε ποια κείμενα, είτε από βιβλίο, είτε από άρθρο σε εφημερίδα, οποιασδήποτε μορφής κείμενα, όχι απαραίτητα μόνο θεατρικά, ταιριάζουν στο συγκεκριμένο θέμα που έχουμε επιλέξει.

52592649_10218026097785766_3890788071465025536_n

Πείτε μας για τον ρόλο που παίζει η σκηνοθεσία στη ζωή σας και επίσης αν θέλετε απαντήστε μας, πού ενώνεται και πού διαχωρίζεται ο σκηνοθέτης από τον ηθοποιό;

Εγώ δεν ήθελα ποτέ μου να γίνω ηθοποιός. Από τότε που ήμουν στην ερασιτεχνική ομάδα ονειρευόμουν το πόστο του σκηνοθέτη, απλά δεν υπήρχε στην Ελλάδα σχολή σκηνοθεσίας. Αν υπήρχε, θα είχα πάει κατευθείαν. Αποφάσισα λοιπόν ν’ ασχοληθώ με την υποκριτική γιατί ήθελα να καταλάβω τι εστί ηθοποιός. Ως σκηνοθέτης γενικά, πώς θα του ζητήσω του ηθοποιού να μου κάνει πράγματα, αν δεν ξέρω πώς γίνονται; Το ένα έφερε το άλλο, και η αλήθεια βέβαια είναι ότι άργησα πολύ να πάρω την απόφαση να γίνω αποκλειστικά σκηνοθέτης.
Εκείνο που έχω στο μυαλό μου όσον αφορά τη σκηνοθεσία είναι αυτό που λέει ο μεγάλος μου δάσκαλος, που δεν έχω γνωρίζει προσωπικά αλλά έχω διαβάσει κι έχω δει όσες παραστάσεις του μπορώ, ο Peter Brook , ότι “ Ο σκηνοθέτης είναι περισσότερο συνεργάτης”. Είμαι δηλαδή αυτός που έχει την πολυτέλεια να είμαι έξω από τα πράγματα και μπορώ να τα βλέπω και να τα οργανώνω. Αυτή είναι η δουλειά μου ως σκηνοθέτης.
Η διαχωριστική γραμμή, νομίζω ότι είναι πολύ μεγάλη, ότι είναι δύο εντελώς διαφορετικά πράγματα. Μου είναι τρομακτικά δύσκολο κι αδιανόητο πώς μπορεί ένας άνθρωπος και να παίζει σε μια παράσταση, και να σκηνοθετεί ταυτόχρονα. Νιώθω ότι είναι δύο εντελώς διαφορετικές διαδικασίες. Από την άλλη, μου κάνει εντύπωση, ότι ιστορικά, όλοι οι σπουδαίοι σκηνοθέτες και δάσκαλοι, σε ένα πολύ μεγάλο ποσοστό, ήταν κακοί ηθοποιοί. Ακούγεται λίγο οξύμωρο ….κι όμως….θεωρώ ότι είναι δύο εντελώς διαφορετικές λειτουργίες και διαδικασίες.

Τι πιστεύετε στο θέμα της υποκριτικής; Ποια μέθοδο θεωρείτε την πιο σωστή;

Προσωπικά, στο θέμα καθαρά της υποκριτικής, πιστεύω ότι υπάρχουν τόσες μέθοδοι υποκριτικής, όσοι και ηθοποιοί. Ο καθένας φέρνει στο σανίδι μια προσωπικότητα, έναν κόσμο δικό του. Δεν μπορείς να του επιβάλλεις τον δικό σου τον τρόπο που σκέφτεσαι και νιώθεις. Το θέμα είναι να ανακαλύψει ο καθένας μαθητής, τον δικό του τον τρόπο. Δεν μπορούμε λοιπόν να μιλάμε για σχολές, λες και είναι κάποια συνταγή στο φαρμακείο.

Ποια άλλα έργα έχετε ανεβάσει ως ομάδα Hashart, και ποια έχετε κατά νου για μελλοντικές παραστάσεις;

Η πρώτη μας δουλειά ως ομάδα ήταν βασισμένη πάνω στον “Γλάρο” του Τσέχωφ, η επόμενη ήταν στο έργο του Άκη Δήμου, “Μαζί σου για το τίποτα”, που το είχαμε κάνει στο “Μικρό Αργώ”, και τον ευχαριστώ βαθύτατα για την εμπιστοσύνη του. Έπειτα ήρθε το “ΑλεξΆνδρα”, που έλαβε χώρο στη δραματική σκηνή, στο Φεστιβάλ Νέων Δημιουργών 2018. Πρόκειται περί μιας παράστασης η οποία είχε εμπνευστεί από την ταινία του Rolf de Heer “Alexandra’s project” και το θεατρικό έργο “Δαίμονες”, του Lars Noren το οποίο μιλά για μια μορφή βίας που παραμένει αθέατη. Η τέταρτή μας δουλειά είναι αυτή που κάναμε φέτος, “Επειδή αυτή ήταν αυτή ,κι εγώ ήμουν εγώ”. Μια μεγάλη εκκρεμότητα που έχουμε, είναι με το θέμα “Άμλετ”, όχι ως ήρωα του Σαίξπηρ, αλλά ως μύθο, ως προσωπικότητα. Βέβαια, προς στιγμή όλο αυτό είναι υπό σκέψη ακόμα. Αυτές τις μέρες έχουμε ξεκινήσει πάλι και ψαχνόμαστε για την καινούργια μας παράσταση. Δεν είναι ακόμα κάτι ανακοινώσιμο όμως.

Ποια είναι τα όνειρά σας για το μέλλον και ποια τα σχέδιά σας όσον αφορά τα επαγγελματικά σας βήματα;

Σχέδια υπάρχουν πάρα πολλά, αλλά υπάρχουν δυστυχώς και πολλά προβλήματα. Παρόλη την απίστευτη υποδοχή της παράστασης και το γεγονός ότι από 15 παραστάσεις φτάσαμε σε 45 συνεχή sold out, παρόλη την απίστευτη αγάπη που λάβαμε από τον κόσμο και τις πιο θερμές κριτικές, υφίστανται δυστυχώς προβλήματα οικονομικής φύσεως. Όλο αυτό, όσα όνειρα κι αν κάνει κάποιος, του κόβει τα φτερά. Το σίγουρο όμως είναι ότι θα το παλαίψουμε με κάθε διαθέσιμο μέσο! Και αυτό γιατί κάνουμε θέατρο για την ψυχή μας. Μας κάνει καλό!

Για το τέλος, μοιραστείτε αν θέλετε, μια συμβουλή ή ένα γνωμικό, το οποίο πάντα κρατάτε κοντά σας και το έχετε ως άγκυρα και οδηγό ταυτόχρονα.

Καλώς ή κακώς, στη ζωή μου, παρόλο που μου άρεσε να διαβάζω γνωμικά και συμβουλές, συνειδητοποίησα κάποια στιγμή ότι ποτέ δεν τις τήρησα. Παρόλ’ αυτά, ένα πολύ ωραίο γνωμικό που μου αρέσει και το χρησιμοποιώ ως συμβουλή πρώτα απ’ όλα στον ίδιο μου τον εαυτό, είναι αυτό τα χαζό που το κοροϊδεύουμε, “μην αφήσεις γι αύριο αυτό που μπορείς να κάνεις σήμερα”. Ο χρόνος είναι τρομακτικός τιμωρός. Αυτό το carpe diem, σε όλα τα επίπεδα, όχι μόνο στη δουλειά, πρέπει να το ακολουθούμε. Στην καθημερινότητά μας. Στις σχέσεις μας. Άρπαξε τη μέρα από τα μαλλιά, κάνε πράγματα που σε γεμίζουν και ζήσε τη ζωή σου στο φουλ.

BA5Y7053

 

Αγγελική Μπάτσου

Αγγελική Μπάτσου

Γεννήθηκα πριν αρκετά καλοκαίρια (κι άλλους τόσους χειμώνες)στην Αθήνα. Είχα την τιμή να μεγαλώσω στους Αγ.Αναργύρους,όπου έζησα τα ομορφότερα παιδικάχρόνια σε μια τεράστια αυλή,παρέα με τα γατιά μου και δυο ζευγάρια παππούδες και γιαγιάδες που πάντα θα υπεραγαπώ.Έπειτα ήρθε η Γαλλική Φιλολογία,επιπλέον σπουδές σε γλώσσα και μετάφραση και η οικογένεια. Δεν σταμάτησα όμως ποτέ να είμαι παιδί της ποίησης,της λογοτεχνίας,της ζωγραφικής και της μουσικής και το όνειρό μου από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου,ήταν να ταξιδέψω σ’όλο τον κόσμο και ιδιαίτερα στο Θιβέτ!
Σ’όλο τον κόσμο τελικά δεν μπόρεσα να πάω...κατόρθωσα όμως να φανταστώ και να χαράξω τα ίχνη αυτού μέσα από ταμονοπάτια της ποίησης,της λογοτεχνίας και της φαντασίας. Αγαπημένος μου συγγραφέας ο Έντγκαρ Άλλαν Πόε,αγαπημένος ποιητής ο Ουϊλιαμ Μπλέϊκ,ο Μπωντλαίρ και ο Απολιναίρ, αγαπημένος ζωγράφος ο Βαν Γκογκ και ο Γκουστάβ Κλιμπ.
Αγγελική Μπάτσου